Καίτη Βουτσάκη - Kitty - Ketty of the Nile - Bασίλισσα του χορού

Η Καίτη Βουτσάκη είναι Ελληνίδα-Αιγυπτιώτισσα, χορεύτρια, τραγουδίστρια και ηθοποιός. Αν και έχει διαδοθεί ευρέως στο διαδίκτυο από λανθασμένα στοιχεία του Khawajati Dance Foundation ότι γεννήθηκε στις 21 Απριλίου 1927, γεννήθηκε τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 21 Φεβρουαρίου 1930, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, από εύπορη, ορθόδοξη χριστιανική οικογένεια. Βαπτίστηκε 16 Ιουλίου 1931 στον ιερό ναό Ευαγγελισμού Θεοτόκου Αλεξανδρείας και έλαβε το όνομα «Αικατερίνη-Ειρήνη», (Ειρήνη έλεγαν μια αδερφή του μπαμπά της), αλλά στα έγγραφα γράφτηκε μόνο το Αικατερίνη. Είχε τον ίδιο νονό με την λίγο μεγαλύτερη αδελφή της, την Σοφία. Ήταν δηλαδή και «μηλαδερφές», ίσως και γι’ αυτό τόσο δεμένες μεταξύ τους. Ο πατέρας της Χαρίλαος Βουτσάκης καταγόταν από το Ηράκλειο της Κρήτης και διατηρούσε τρία χρυσοχοεία στην Αλεξάνδρεια. Η μητέρα της Κωστούλα Βλαβιανού το γένος Λογοθέτη, καταγόταν από Αμοργό και Κίμωλο, και ήταν δασκάλα, απόφοιτη του Αρσακείου. Η Καίτη ήταν η μικρότερη από τα τέσσερα παιδιά της οικογένεια. Ο αδελφός της Μίμης Βουτσάκης, δεκατέσσερα χρόνια μεγαλύτερος σπούδασε οδοντίατρος στην Αθήνα και άνοιξε οδοντιατρείο στην Αλεξάνδρεια, εργαζόμενος παράλληλα στο Κοτσίκειο Νοσοκομείο της πόλης. Η αδελφή της Μαίρη παντρεύτηκε αμέσως μετά τη λήξη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου τον αξιωματικό του ναυτικού Ευθύμιο Παπαϊωάννου και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Επάνω: Η Καίτη (αριστερά) με τον αδελφό της Μίμη και την αδελφή της Σοφία κάνουν περίπατο σε δρόμο της Αλεξάνδρειας στα μέσα της δεκαετίας του '30. Κάτω: Η Καίτη (κάτω στο κέντρο) σε ηλικία 13ών ετών, ανάμεσα στις αδελφές της Σοφία (αριστερά) και Μαίρη (δεξιά). Επάνω αριστερά ο αδελφός της Μίμης και στο κέντρο ο γαμπρός της Ευθύμιος Παπαϊωάννου. (Από το αρχείο της Καίτης Βουτσάκη)
Δυστυχώς, η Καίτη ορφάνεψε πολύ μικρή από πατέρα και είχε ελάχιστες αναμνήσεις από αυτόν. Το τελευταίο που θυμόταν ήταν, όταν την πήγαν στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν, λίγο πριν πεθάνει. Του τραγούδησε και του χόρεψε με σκέρτσο ένα τραγούδι από οπερέτα (το «Παρντόν μπαμπά») που της είχε μάθει ο αδερφός της. Της γελούσε. Στην κηδεία δεν την πήραν μαζί τους. Την επόμενη μέρα πήγε στο σχολείο (πήγαινε Α΄ Δημοτικού) μαυροφορεμένη και με μαύρο φιόγκο στα μαλλιά. Η δασκάλα της συμβούλεψε τη μαμά της να μην την ξαναπάει ντυμένη έτσι σχολείο, γιατί χαλούσε μ’ αυτόν τον τρόπο η ψυχολογία και της μικρής, και όλων. Τα ηνία της οικογένειας Βουτσάκη, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα το 1937, ανέλαβε η μητέρα. Μία θεοσεβούμενη γυναίκα που εκπληρώνοντας κάποτε ένα τάμα της, χρύσωσε και την εικόνα του Αγίου Γεωργίου την οποία είχαν για προστασία στο εικονοστάσι του σπιτιού. Η Κωστούλα Βουτσάκη ήταν μια μητέρα αυστηρών ηθών και αρχών, λόγω και εκπαίδευσής της στο Αρσάκειο, ήταν όμως παράλληλα και άνθρωπος πρόσχαρος, που ήθελε να βασιλεύει το γέλιο στην οικογένεια. Δεν τιμωρούσε τα παιδιά της ποτέ, γιατί και μόνο ένα βλέμμα της τα επανέφερε στην τάξη. Στην Καίτη απαγόρευε να έχει φίλες, λέγοντάς της ότι φίλες της ήταν εκείνη και οι αδερφές της.
Κάθε χρόνο στη γιορτή της μικρής, της Αγίας Αικατερίνης, έφτιαχνε γαλακτομπούρεκο και «τσάι λάμπαν» (με γάλα δηλαδή) και καλούσε τις φίλες να τις κεράσει για την κόρη της. Αυτές οι γιορτές μόνο για μεγάλους την έπλητταν πολύ τη μικρούλα Καίτη, που δεν γιόρτασε ποτέ ούτε τα γενέθλιά της. Όσο ο μεγάλος αδερφός της οικογένειας σπούδαζε στην Αθήνα, οι τρεις αδερφές περνούσαν στο σπίτι ευχάριστα, έπαιζαν με τα παιχνίδια τους μέχρι να τα χαλάσουν (μόνο ένα τρενάκι με γραμμές, που ήθελε πολύ η Καίτη, δεν απόχτησε ποτέ), διάβαζαν μυθιστορήματα και η Καίτη ήταν εντυπωσιασμένη από «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ», κεντούσαν εργόχειρα και άκουγαν μουσική στο γραμμόφωνο. Από τις λίγες πλάκες γραμμοφώνου που είχαν, και την άκουγαν συνεχώς, ήταν το τραγούδι της Στέλλα Γκρέκα: «Σε είδα στ’ όνειρό μου». Στο μπαλκόνι του σπιτιού είχαν σ’ ένα ξύλινο κλουβάκι μια καρδερίνα, που την φρόντιζε με ιδιαίτερη αγάπη η Σοφία. Όταν φύσαγε ο Χαμσίν και σκοτείνιαζε ο τόπος από το πυκνό, κόκκινο σύννεφο που σηκωνόταν, κλεινόντουσαν στο σπίτι, και, όταν η ζέστη το καλοκαίρι έφτανε στους 45ο κλείναν τα παράθυρα, γιατί είχε πολύ υγρασία ταυτόχρονα, ενώ το βράδυ δρόσιζε τόσο που χρειαζόταν ζακετούλα. Το χειμώνα η Καίτη στον ύπνο της φορούσε απαραίτητα γαντάκια γιατί κρύωναν τα χέρια της, καθώς απαραίτητα διάβαζε τις σελίδες από κάποιο ρομαντικό μυθιστόρημα πριν κοιμηθεί.
Στον ελεύθερο χρόνο πήγαιναν σε παραστάσεις Καραγκιόζη (όποτε κατέβαιναν καραγκιοζοπαίχτες από την Ελλάδα), έκαναν βόλτες με τα μόνιππα που είχαν πάνω στην καρότσα κρεμασμένη για το κακό μάτι και «την τύφλα» όπως την έλεγαν (δηλαδή την μπρούτζινη παλάμη της Φάτμα), πήγαιναν για περατζάδες στους κήπους της Νούζχα και για ποδήλατο, που έκαναν οι δυο μεγάλες αδερφές της Καίτης (γιατί η ίδια δεν έκανε), πήγαιναν στους κήπους της Ζμούχα. Χρησιμοποιούσαν συχνά και το τρένο, κι εκεί κοντά στο σταθμό υπήρχε ένας αιγυπτιακός κινηματογράφος, όπου η Καίτη χάζευε εντυπωσιασμένη τις τεράστιες αφίσες με τους πρωταγωνιστές ζωγραφισμένους με φανταχτερά χρώματα (κι ούτε έβαζε στο νου της ότι μια μέρα θα ήταν μία από αυτούς). Το καλοκαίρι κολυμπούσαν στις παραλίες της Κορνίς, και τα ντόπια παιδάκια, κάνοντας υποβρύχιο κολύμπι, τους τσιμπούσαν τα πόδια, πράγμα που τις ενοχλούσε πολύ, αλλά γελούσαν κιόλας. Για γλυκό πήγαιναν στον «Πανάγο» στην Ιμπραημία, στον «Τορναζάκη» για εκπληκτικές πάστες, στο «Τριανόν» ακριβώς κάτω από το υπερπολυτελές ελληνικό ξενοδοχείο «Μετροπόλ», στο «Ντελίς» του Μουστάκα για αφράτες μαρέγκες γεμισμένες με κρέμα μαστίχας, και στον «Αθηναίο» στο κέντρο της Αλεξάνδρειας και, όποτε βρίσκονταν στο Κάιρο, τα καλύτερα γλυκά τα έτρωγαν στου «Τσίπα». Από αναψυκτικά, πρώτη σε ζήτηση ήταν η «Γκαζόζα Σπάθη».
Για παγωτό μέσα σε κύπελλο από άσπρο μπισκότο πήγαιναν στον «Αρακέφακ» στο σταθμό Ράμλι. Όμως, το πιο αγαπημένο γλυκό της Καίτης φτιαχνόταν ακριβώς κάτω από το σπίτι της. Στο ισόγειο βρισκόταν ένα μπουγατσάδικο που έκανε κι άλλα όμορφα γλυκά. Το μαγαζί αυτό λεγόταν «Τα δυο αδέλφια» και το είχαν δυο Κωνσταντινουπολίτες. Η πάστα φλώρα που έφτιαχναν ήταν εκπληκτική και η Καίτη τρελαινόταν να τρώει. Όπως έβγαινε ζεστή-ζεστή από το φούρνο, η μικρή κατέβαζε από μ’ ένα σχοινί απ’ το μπαλκόνι ένα καλαθάκι και την παραλάμβανε άμεσα. Ο αδελφός της, όταν αργότερα η Καίτη έμενε στο Κάιρο, πάντα της πήγαινε πάστα φλώρα από «Τα δυο αδέρφια». Κι αν ήθελαν να φάνε κάπου έξω καλό ψάρι, τότε πήγαιναν στο ελληνικό εστιατόριο του Ξενοφώντα, που φημιζόταν για την ποιότητα των θαλασσινών του.
Όσο για την μητέρα τους, που ήταν χρυσή νοικοκυρά (και πάντα σταύρωνε το φαγητό την ώρα που το μαγείρευε), έφτιαχνε πολλά φαγητά της ελληνικής κουζίνας, εστιάζοντας πολύ στην παραδοσιακή «λαδένια» της Κιμώλου, και τα καλοκαίρια στην καρπουζόπιτα (και τα δύο δεν άρεσαν καθόλου στην Καίτη), αλλά και φτιάχνοντας ντολμάδες αυγολέμονο (με αμπελόφυλλα αγορασμένα σε κονσέρβα) γεμιστούς με ρύζι και κιμά, καθώς και μια σκορδαλιά «δυναμίτη», με ένα ολόκληρο κεφάλι σκόρδο, ψωμί και κοπανισμένα αμύγδαλα. Για τον γιο της μαγείρευε αρκετές φορές κάτι ιδιαίτερο που ήξερε ότι του άρεσε: μπουλέρι (ή μπουγέρι, δηλ αυγά ποσέ με πατάτες γιαχνί). Μαγείρευε κυρίως με το γαλλικό λάδι “Le Bon”, γιατί ελληνικά ελαιόλαδα δεν έβρισκαν εκεί (και γι’ αυτό στην Καίτη που είχε μάθει στο ελαφρύ γαλλικό λάδι τα ελληνικά λάδια της φαινόντουσαν βαριά). Όμως, χρησιμοποιούσε συχνά και το χωριάτικο βουβαλίσιο βούτυρο («το καλό» όπως το έλεγαν), που έδινε ιδιαίτερο άρωμα σε φαγητά (όπως το κρέας) και τα γλυκά. Έφτιαχνε και εξαιρετικά αμυγδαλωτά, αρωματισμένα με μπόλικο ανθόνερο. Παράλληλα, είχε υιοθετήσει στο σπιτικό μενού και κάποιες αιγυπτιακές συνταγές, όπως η περίφημη «μολοχία» με μπόλικο σκόρδο. Επίσης έτρωγαν εξωτικά φρούτα όπως γκαουάφες και μάνγκο, και τρελαίνονταν να ροκανίζουν ζαχαροκάλαμα, επιδιώκοντας ποια θα φάει το μεγαλύτερο κομμάτι. Ακόμη, έπιναν πολλούς φρέσκους χυμούς φρούτων (ashir) φτιαγμένους σε εξειδικευμένα μαγαζιά. Πάντως η Καίτη, από το να φάει φαγητό, προτιμούσε ένα κομμάτι τούρτα, επειδή ήταν μεγάλη γλυκατζού.
Η πήλινη φάτνη και ο Άι-Βασίλης, παλιά, οικογενειακά κειμήλια της Καίτης.
Παράλληλα, η οικογένεια τηρούσε όλες τις ελληνικές παραδόσεις και τα έθιμα: Τακτικός εκκλησιασμός, μετά του Αγίου Φιλίππου νηστεία για τα Χριστούγεννα, τηγανίτες του Αγίου Ανδρέου, φύτεμα φακιών μέσα σε μπολ του Αγίου Σπυρίδωνος, στόλισμα χριστουγεννιάτικου δέντρου με αληθινά κεράκια,στήσιμο της παλιάς φάτνης με τις πήλινες χρωματιστές φιγούρες, τοποθέτηση σε περίοπτη θέση του μεγάλου Άι-Βασίλη (ενθύμιο από τα παιδικά χρόνια του μπαμπά της οικογένειας) που γέμιζαν τις τσέπες της κόκκινης κάπας του καλούδια, φοινίκια, κουραμπιέδες με μπόλικο ανθόνερο (με το οποίο αρωμάτιζαν και το νερό), βασιλόπιτες, αγορά καινούριων ρούχων και κυρίως εσώρουχων την πρωτοχρονιά, άλαδα και χαλβάς μαστιχωτός την Καθαρά Δευτέρα , πέταγμα χαρταετού στην ταράτσα από τ’ αγόρια, κόλλυβα των Αγίων Θεοδώρων τυλιγμένα σε κόκκινο πανί κάτω από το μαξιλάρι για να δουν τ’ ανύπαντρα κορίτσια στον ύπνο τους ποιον θα παντρευτούν, λαζαράκια για το Σάββατο του Λαζάρου, κλωσοπουλάκια για να παίζουν τα παιδιά, νηστίσιμη μακαρονάδα με σάλτσα ντομάτα, σκόρδο και τριμμένη φρυγανιά από πάνω τη Μεγάλη Πέμπτη, βάψιμο αυγών με κρεμμυδότσουφλα ή κόκκινες μπογιές, μαρούλι βουτηγμένο στο ξύδι το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, φουλόπιτες νηστίσιμες, φτιαγμένες με νερόβραστα, αλεσμένα φούλια (μικρά, ξερά κουκιά) και ντομάτα, τυλιγμένα σε αραβική πίτα, νερόβραστες φακές και, προσκύνημα σε επτά επιταφίους το μεσημέρι με καρφιτσωμένο στο πέτο και το απαραίτητο τριανταφυλλάκι του φιλοπτώχου, περιφορά του επιταφίου το απόγευμα στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Σάββα με την τιμητική συνοδεία της αιγυπτιακής αστυνομίας, το Μεγάλο Σάββατο θεία κοινωνία και μπόλικες λαμαρίνες λαμπροκούλουρα για να μοιράσει η μαμά και στις γειτόνισσες και ευωδιαστά τσουρέκια, μαγειρίτσα για το Πάσχα, και τη Λαμπροδευτέρα κοινός εορτασμός με τους Αιγύπτιους του Σαμ ελ Νεσίμ (Sham el Nesim), με εκδρομές για να εισπνεύσουν καθαρό αέρα ή σε κήπους και χωράφια ή στις όχθες του Νείλου στο El Akader. Ανθεστήρια στο Κοινοτικό Στάδιο της Αλεξάνδρειας, πρώτη βουτιά στη θάλασσα της Αναλήψεως για να πιάσουν την πέτρα τη «μαλλιαρή», άλαδη νηστεία της Αγίας Παρασκευής (εκτός κι αν έπεφτε Κυριακή) για να τους προστατεύει τα μάτια, φανουρόπιτα του Αγίου Φανουρίου, άλαδη νηστεία στην Αποτομή του Προδρόμου κλπ.
Επίσης συμμετείχαν με τους ντόπιους στα πανηγύρια που γινόντουσαν στην ετήσια γιορτή του Νείλου (Mahrajan al Niyl) που γίνεται την τελευταία βδομάδα του Αυγούστου, και, μεταξύ άλλων, ρίχνανε στα νερά του ποταμού και ζαχαρένιες κούκλες, για να τον γλυκάνουν και να μην πλημμυρίζει.
Το Ραμαζάνι, που κρατούσε περίπου σαράντα μέρες ανάλογα το φεγγάρι, το ζούσαν πολύ έντονα, καθώς το κανόνι κάθε 7 η ώρα το απόγευμα χτυπούσε για να σημάνει τη λήξη της νηστείας και τη στιγμή εκείνοι όλοι οι ντόπιοι μουσουλμάνοι περίμεναν με το πιρούνι πάνω από το πιάτο. Στις 3 τα ξημερώματα ο τελάλης και το κανόνι ειδοποιούσαν πάλι για την αρχή της νηστείας που απαγορεύει όχι μόνο το φαΐ αλλά και το νερό, μέχρι πάλι τις 7 το απόγευμα. Μετά το Ραμαζάνι ακολουθούσε του «Κουρμπάν Μπαϊράμ» που κρατούσε τέσσσερεις ημέρες. Κι ενώ το έθιμο υπαγορεύει να σφάζεται ένα αρνί, εκεί έσφαζαν μία γκαμούζα (μια αγελάδα δηλαδή) και το κρέας της το έκαναν halal (χαλάλι) και το μοίραζαν στους φτωχούς. Στις τοπικές γιορτές γινόντουσαν και μεγάλα πανηγύρια με κούνιες για τα παιδιά, με «Σκηνές των περίεργων και των θαυμάτων», με αρκουδιάρηδες, με ακροβάτες, με παραδοσιακές χορεύτριες, με ζαχαρένιες κούκλες και με μαλλί της γριάς, που όμως δεν αγόραζαν ποτέ στην Καίτη να φάει, γιατί το θεωρούσαν σιχαμερό και βρώμικο.
Η Καίτη τα παιδικά της χρόνια τα έζησε στη συνοικία της Ιμπραημίας και σχολείο πήγε στην Κοκκινάρειο Δημοτική Σχολή Θηλέων, δίπλα στον ιερό ναό των Ταξιαρχών. Αξέχαστη της έμεινε η πρώτη μέρας στο σχολείο, γιατί, όταν η δασκάλα της, η κ.Βούρου, ρώτησε ποιο παιδάκι ξέρει να πει ένα τραγούδι, η Καίτη σηκώθηκε και άρχισε να τραγουδάει με σκέρτσο: «Παρτόν μπαμπά μου/γι’ αυτό το τόλμημά μου,/γιατί αγαπώ!/Με έσφιξε ο Έρως/ κι άφησα κατά μέρος/κάθε ντροπή!...» Πανικόβλητη η δασκάλα έσπευσε να την σταματήσει! Περίμενε ν’ ακούσει κάποιο παιδικό τραγουδάκι για πεταλούδες και λουλούδια και άκουσε αυτήν την σκανδαλιστική οπερέτα, που η μικρή είχε μάθει από τον αδερφό της, ο οποίος, όποτε ερχόταν για διακοπές στην Αλεξάνδρεια από την Αθήνα που σπούδαζε οδοντίατρος, τους μετέφερε και κάθε καλλιτεχνικό και μουσικό νέο από την ελληνική πρωτεύουσα.
Πριν φύγει για το σχολείο, δεν της άρεσε να πίνει γάλα για πρωινό. Προτιμούσε μία κούπα φρέσκο ρυζόγαλο, που της αγόραζε η μαμά της από ένα γαλατάδικο, που υπήρχε στη διαδρομή προς το Δημοτικό. Την εποχή εκείνη, τα σχολεία λειτουργούσαν κάπως διαφορετικά από σήμερα. Τέσσερα χρόνια το Δημοτικό και οκτώ το Γυμνάσιο. Γυμνάσιο πήγε η Καίτη στο Αβερώφειο. Όταν η μικρή ήταν γύρω στα 10, η οικογένεια μετακόμισε στο κέντρο της Αλεξάνδρειας και έμεναν στη γειτονιά του πατριαρχικού ναού του Αγίου Σάββα, επάνω στον κεντρικό δρόμο. Στη γωνία του τετραγώνου τους, ήταν το σπίτι του Καβάφη. Στα μαθήματά της, είχε αναλάβει να την διαβάζει στο σπίτι η μεγάλη αδερφή της, η Μαίρη, που όνειρό της (αν και δεν πραγματοποιήθηκε) ήταν να γίνει δασκάλα. Η Καίτη είχε πολύ καλές επιδώσεις στα μαθήματά της και ήταν άριστη μαθήτρια. Μάλιστα, στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού έμπαινε και σημαιοφόρος στην παρέλαση της 25η Μαρτίου που γινόταν στο Κοινοτικό Στάδιο της Αλεξάνδρειας. Μόνο στην τελευταία τάξη του Δημοτικού ισοβάθμησε με μία συμμαθήτριά της, η οποία, μετά από κλήρωση επιλέχτηκε σημαιοφόρος και η Καίτη παραστάτισσα. Όμως το πήρε τόσο κατάκαρδα που έκλαιγε για μέρες! Πάντως παραδεχόταν, επειδή ήταν γενικά πολύ πιστή, ότι με το κεράκι που άναβε στους Ταξιάρχες και τον Άγιο Σάββα, τις πέρναγε τις τάξεις. Γυμνάσιο πήγε η Καίτη στο Αβερώφειο.
Όταν ξεκίνησε το Δημοτικό Σχολείο, 7-8 ετών (εποχή που ορφάνεψε από πατέρα) βλέποντας η μητέρα της την κλίση της στα καλλιτεχνικά, την έγραψε με προτροπή της οικογενειακής φίλης και ηθοποιού Κικής Πέρση, στη Δραματική Σχολή του Μάνου Δημητρίου, η οποία λειτουργούσε στην Αλεξάνδρεια. Εκεί η Καίτη ξεκίνησε να σπουδάζει χορό και παιδικό θέατρο και στις προπολεμικές παραστάσεις (παιδικές καθώς και για ενήλικες) που οργάνωνε ο Μάνος Δημητρίου με τους μαθητές του, παρουσιάστηκε πρώτη φορά και η Καίτη, υποδυόμενη μάλιστα μια φορά τον Ισαάκ στη θεατρική παράσταση: «Η θυσία του Αβραάμ».Το 1940 ο θίασος του Δημητρίου πήρε την επωνυμία «Ελληνικός Θίασος Αλεξανδρείας», και την εποχή του ελληνοϊταλικού πολέμου παρουσίασε επιθεωρήσεις σε κείμενα των Μαξ Τσακασιάνου, Μ. Αργύρη, Μαλλαράκη κ.ά. Το 1941 ο θίασος διαλύθηκε, όταν ο Μάνος Δημητρίου δολοφονήθηκε από κάποιον Genawy, ο οποίος είχε κάνει σωρεία δολοφονιών, παρασέρνοντας τα θύματά σε νεκροταφεία όπου και τα έσφαζε.
Παράλληλα με το παιδικό θέατρο η Καίτη ξεκίνησε μπαλέτο, κλακέτες, και ακροβατικά σε διάφορες Σχολές. Αρχικά, σπούδασε κλασικό χορό στην Αλεξάνδρεια, στη Σχολή της Ουγγαρέζας Κλάρα Γκορίλοβιτς, με της οποίας την κόρη η Καίτη έδωσε και μια χορευτική παράσταση στο παλάτι της βασίλισσας Φαρίντα στην Αλεξάνδρεια. Αργότερα, που η Καίτη χόρευε και οριεντάλ, ξαναχόρεψε στο παλάτι της Φαρίντα κι εκείνη ενθουσιασμένη της πρόσφερε ένα χρυσό πεντόλιρο, δώρο πολύ μεγάλης αξίας εκείνη την εποχή.
Από εκείνον τον καιρό ήδη η μικρή Καίτη είχε δείξει το μεγάλο ταλέντο της και την κλίση της στο χορό. Και ένας από τους πλούσιους επιχειρηματίες Αιγυπτιώτες (που η Καίτη δεν αποκάλυψε το όνομά του, αλλά, άφησε να αιωρείται σαν μυστήριο το αν ήταν βιομήχανος μπύρας ή τσιγάρων) σκέφτηκε να βοηθήσει το κοριτσάκι να καλλιεργήσει το πλούσιο ταλέντο που είχε, εκτός Αιγύπτου. Μια μέρα, ενθουσιασμένος που την είδε να χορεύει, ανέβηκε πάνω στη σκηνή και είπε μπροστά σε όλους τους θεατές, ότι προσφέρεται να αναλάβει εκείνος όλα τα έξοδα, και να πάει η Καίτη για σπουδές κλασικού χορού στην Αυστρία. Όμως αυτό θεωρήθηκε αδύνατον και το σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος πάγωσε για λίγο κάθε καλλιτεχνική δραστηριότητα. Η Καίτη βίωσε έντονα σαν παιδί τους βομβαρδισμούς, τις σειρήνες και τα καταφύγια, όπου έτρεχε να κρυφτή πιασμένη από τη φούστα της λίγο μεγαλύτερης αδελφής της Σοφίας. Φυσικά, δεν βίωσαν την πείνα στην Αλεξάνδρεια όπως την βίωσαν επί Κατοχής στην Ελλάδα. Όμως, υπήρχε έλλειψη σε κάποια τρόφιμα, όπως π.χ. πατάτες. Εναλλακτικά η Κωστούλα Βουτσάκη μαγείρευε στα παιδιά της γλυκοπατάτες (batata helwa) με πολλούς, διαφορετικούς τρόπους, όπως: τηγανητές, πουρέ με κιμά και από πάνω αυγά χτυπημένα με γάλα, καθώς και πολτοποιημένες, μαζί με ζάχαρη, που τις έπλαθε μπαλάκια και τις πασπάλιζε με τρούφα σοκολάτα. Η πιο δύσκολη περίοδος του πολέμου, ήταν όταν οι Γερμανοί στρατοπέδευσαν στο Ελ Αλά Μέην, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αλεξάνδρεια. Όλων οι καρδιές πάγωσαν! Όμως, η Καίτη θυμόταν με θαυμασμό εκείνο το θαύμα που διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και το έγραψαν και οι εφημερίδες. Τον Νοέμβριο του 1942, ενώ δινόταν μεγάλη μάχη στο Ελ Αλά Μέιν μεταξύ των Γερμανών και των Συμμαχικών Δυνάμεων, παρουσιάστηκε στον ουρανό τεράστιος ο Άγιος Μηνάς, με ολάνοιχτα τα χέρια, τεντωμένα πάνω από τους Γερμανούς, και σταμάτησε την επέλασή τους. Όλοι ανάσαναν με ανακούφιση, κι ένας αέρας αισιοδοξίας έπνευσε παντού!
Τότε, άρχισαν να κατεβαίνουν από την Ελλάδα στην Αίγυπτο για παραστάσεις, ελληνικοί θίασοι, τόσο για να διασκεδάσουν τους Έλληνες στρατιώτες που υπηρετούσαν εκεί, όσο και τους κατοίκους των ελληνικών παροικιών. Τον Δεκέμβριο του 1942 κατέβηκε στην Αίγυπτο η Σοφία Βέμπο, και αρχές της επόμενης χρονιάς, έχοντας πλέον μπει στα 13 η Καίτη εντάχθηκε στον θίασο που οργάνωσε η «τραγουδίστρια της νίκης» και παρουσιάστηκε μαζί της σε πολλές παραστάσεις που δόθηκαν στην Αίγυπτο. Για καλή τύχη της μικρής Καίτης, η Βέμπο είχε νοικιάσει ένα διαμέρισμα στην ίδια οκέλα (πολυκατοικία) που έμενε και η εκείνη. Σχεδόν αμέσως η μαμά της Καίτης και η Βέμπο έγιναν φίλες, και η Βέμπο στο πρόσωπο της μικρούλας Καίτης, βρήκε το νέο ταλέντο που ζητούσε για τον θίασό της και την προσέλαβε. Την εποχή που η Καίτη συνεργαζόταν με τη Σοφία Βέμπο, δέχτηκε κι ένα δώρο (το πρώτο δώρο από θαυμαστή της), που βρήκε μέσα στο καμαρίνι της, κλεισμένο σ’ ένα κουτάκι, μ’ ένα σημείωμα που το υπέγραφε κάποιος «Αθηναίος». Ήταν ένα χρυσό κλειδάκι που αμέσως η Καίτη το κρέμασε στην αλυσίδα που είχε και τον σταυρό της και το θεωρούσε όλη της ζωή της «το γούρι της».
Λίγο μετά πήγε στην Αίγυπτο και ο θίασος Ζαζάς Μπριλάντη-Νίκου Λώρη και η μικρή ταλαντούχα Καίτη προσλήφθηκε αμέσως και σε αυτόν τον θίασο ο οποίος παρουσίαζε μουσικοχορευτικές παραστάσεις και επιθεωρήσεις στο θέατρο «Λούνα Παρκ» της Ιμπραημίας όπου ιδιοκτήτης του ήταν ο Βασίλης Αθανασόπουλος. Κατά σύμπτωση, τη γυναίκα του Αθανασόπουλου η Καίτη την είχε δασκάλα στην Α΄Δημοτικού. Η Καίτη είχε να το λέει, ότι τάβλι έμαθε να παίζει στο «Λούνα Παρκ» από τη Ζαζά Μπριλάντη. Μια γυναίκα φημισμένης ομορφιάς, η οποία όμως πλέον βρισκόταν κοντά στα 50 και ο χρόνος είχε θαμπώσει την παλιά της λάμψη. Βλέποντάς το αυτό η Καίτη, από μικρούλα συνειδητοποίησε ότι όλα είναι φθαρτά και τίποτα δεν μένει μόνιμο, οπότε, σκέφτηκε να δουλέψει λίγα χρόνια και μετά να πάει για καλόγρια. Μόνο που όταν το άκουσε η μητέρα της, της είπε κάτι που την έκανε να μην ξανανοίξει το στόμα της γι’ αυτό το θέμα.
Η Καίτη πλέον είχε ξεκινήσει να μπαίνει στην εφηβεία, το σώμα της να αλλάζει και το στήθος της να μεγαλώνει, κι εκείνη ντρεπόταν γι’ αυτήν την αλλαγή, κι έδενε το στήθος της για να μην φαίνεται. Πλέον ήταν ένα πολύ όμορφο και τσαχπίνικο κορίτσι, και είχε στο «Λούνα Παρκ» και το πρώτο της αθώο φλερτ. Πήγαιναν τότε πολλά νεαρά αγόρια και παρακολουθούσαν τις ετοιμασίες για την παράσταση. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας δεκαεξάχρονος που του άρεσε πολύ η δεκατριάχρονη Καίτη. Όμως, βλέποντάς την αδιάφορη και δοσμένη αποκλειστικά στο χορό, εγκατέλειψε τις προσπάθειες και, λίγο αργότερα έγινε παπάς.
Το 1943 ένα νέο ζευγάρι θιασαρχών κατέβηκε στην Αίγυπτο. Ήταν ο Αδαμάντιος Λεμός και η Αιγυπτιώτισσα σύζυγός του Μαίρη Γιατρά-Λεμού, η οποία πήγε στην Αθήνα να σπουδάσει υποκριτική και επέστρεψε παντρεμένη με τον Λεμό. Κατά σύμπτωση, η αδελφή της ήταν δασκάλα γαλλικών στο σχολείο που πήγαινε η Καίτη. Επικεφαλής αυτού του θιάσου ήταν ο σύζυγος της Μαίρης Γιατρά, Αδαμάντιος Λεμός, ο οποίος το 1943 πρωταγωνίστησε στο έργο του Μάνθου Κέτση "Οι αντάρτες", που ανέβασε το "Συγκρότημα Ψυχαγωγίας Ενόπλων Δυνάμεων" στο "Βασιλικόν Θέατρον της 'Όπερας" (Khedivial Opera House ή στα αραβικά: Dar Awbira al-Khudawi) του Καΐρου. Η παράσταση συνεχίστηκε με μεγάλη επιτυχία στην Αλεξάνδρεια, στο Πορτ Σάιντ και την Ισμαηλία.
Τον Απρίλιο του ’44 ο νέος θίασος πρόζας Μαίρης Γιατρά-Αδαμάντιου Λεμού, αναζητούσε μια δεκατετράχρονη για την παράσταση «Τριαντάφυλλα όλο τον χρόνο» του Ι.Δαντά. Τότε πρότειναν στον Λεμό την νεαρή Καίτη, η οποία παρουσιαζόταν ήδη σαν σολίστα στο κοσμικό κέντρο “Auberge des Pyramides”. Ο Λεμός την προσέλαβε αμέσως, καθώς διέγνωσε ότι : «Το κοριτσάκι αυτό θα εξελιχθεί σε πρώτη χορεύτρια ανατολικών χορών στη Μέση Ανατολή και σε σπάνια σουμπρέτα του μουσικού θεάτρου (Αδαμάντιου Λεμού: Η ουτοπία του Θέσπη, σελ.148-149). Έτσι το 1944 η νεαρή Καίτη εντάχθηκε στο θίασο της Μαίρης Λεμού,αφού πρώτα η θιασάρχης της έδωσε κάποια μαθήματα υποκριτικής, μιας και πρώτη φορά η μικρή θα έπαιζε σε θέατρο πρόζας. Την έμαθε να παίζει ρεαλιστικά και χωρίς υπερβολές και, επίσης, να μιλάει χωρίς στόμφο, κάτι το οποίο συνέβαινε ιδιαίτερα τότε στην Αίγυπτο, τόσο στο θέατρο, όσο και στον κινηματογράφο. Έτσι η Καίτη με τον «θίασο Μαίρης Λεμού» παρουσιάστηκε στα θέατρα "Αλάμπρα" Αλεξανδρείας, "Λούνα Παρκ" Ιμπρημίας, και "Εσβεκίας" ("Masrah al'Azbakia", σήμερα "Εθνικό Θέατρο") Καΐρου, στα έργα: "Τόπο στα νιάτα", "Τριαντάφυλλα όλο το χρόνο", και "Αίτησις γάμου". Διέπρεψε ιδιαίτερα στην κωμωδία "Ο πειρασμός", του Γρηγόριου Ξενόπουλου, ερμηνεύοντας το ρόλο της Καλλιόπης, της νεαρής υπηρετριούλας που ήταν και ο πειρασμός της ομώνυμης παράστασης, η οποία ανέβηκε από το θίασο της Μαίρης Λεμού στο θέατρο "Μοασσάτ" της Αλεξάνδρειας την περίοδο 1944-45. Η Καίτη με τον σχεδόν εικοσαμελή θίασο της Μαίρης Λεμού, έκανε τουρνέ σε πολλές πόλεις, όπως: Ισμαηλία, Μανσούρα, Ζαγαζίκ, Τάντα, Πορτ-Σάιντ, Σουέζ και Καφρ ελ Ζαγιάτ. Έπειτα ο «Θίασος Λεμού», χωρίς την Καίτη, συνέχισε τις παραστάσεις του στην Κύπρο, και αργότερα στην Αθήνα. Εκτός του θιάσου της Μαίρης Λεμού, το 1944 η Καίτη Βουτσάκη παρουσιάστηκε ως σουμπρέτα στα εγκαίνια του θεάτρου του "Γαλλικού Λυκείου" (Lycée Français) στην περιοχή Ράμλι της Αλεξάνδρειας (βρισκόταν στην οδό Σουλτάν Χουσεΐν 14), με τον θίασο "Ηνωμένα Θέατρα" του Κίμωνα Σαρολίδη, στην οπερέτα του Γ. Παπακωνσταντίνου "Πώς γλεντούν οι γέροι".
Και ενώ συνέβαιναν αυτά στις θεατρικές σκηνές των ελληνικών θιάσων της Αιγύπτου, ο πόλεμος ακόμα καλά κρατούσε. Στις 16 Απριλίου 1944, ακριβώς την ημέρα που η Καίτη είχε πρεμιέρα στο θέατρο «Αλάμπρα» της Αλεξάνδρειας με το θεατρικό έργο πρόζας «Τριαντάφυλλα όλο το χρόνο» ξέσπασε η Ανταρσία του Βασιλικού Ναυτικού, προκαλώντας μεγάλη αναταραχή στην ελληνική κοινότητα. Όμως, σε λίγους μήνες, στις 12 Οκτώβριο του 1944 οι Γερμανοί κατακτητές εκκένωσαν την ελληνική πρωτεύουσα και η Αθήνα απελευθερώθηκε. Η Καίτη θυμόταν τους πανηγυρισμούς που έγιναν, καθώς και τους σημαιοστολισμούς των ελληνικών σπιτιών της Παροικίας. Αμέσως ψάλθηκε δοξολογία στον πατριαρχικό ι.ναό του Αγίου Σάββα, στην οποία συγκεντρώθηκαν πολύ επίσημοι και ο ελληνικός λαός του τόπου. Η Καίτη θυμόταν ότι τότε πρωτοείδε την πριγκιπική οικογένεια του Παύλου και της Φρειδερίκης με τα τρία παιδιά τους, και ο Κωνσταντίνος φορούσε κοντό παντελονάκι. Της έμεινε αξέχαστη η Φρειδερίκη που έσερνε πρώτη τους δημοτικούς χορούς στην εορταστική εκδήλωση που ακολούθησε, και ο κόσμος επευφημούσε. Ακριβώς μετά μία εικοσαετία η Καίτη ξαναείδε τον Κωνσταντίνο, νεαρό βασιλιά πλέον της Ελλάδας, που πήγαινε έφιππος στην Ι. Μητρόπολη Αθηνών, με τη λαμπρή στολή του, να πάρει με τη λαμπάδα του το Άγιο Φως από τα χέρια του Αρχιεπισκόπου Αθηνών.
Το 1946, η Καίτη εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και την αδελφή της Σοφία στο Κάιρο,αρχικά σε μια ελληνική πανσιόν, στην οδό Εμάντ ελ Ντιν, πολύ κοντά στο ελληνικό βιβλιοπωλείο του Σ.Καραμαλίκη, απ’ όπου προμηθευόταν και τα βιβλία της. Η Καίτη λόγω των πολλών επαγγελματικών υποχρεώσεών της, και την μετακόμιση στο Κάιρο, δεν κατάφερε να τελειώσει το οκτατάξιο Γυμνάσιο στο Αβερώφειο. Γι’ αυτό, την περίοδο αυτή, μέχρι να τελειώσει τις εγκύκλιες σπουδές της, πηγαινοερχόταν στην Αλεξάνδρεια όπου σπούδαζε εκεί στο ιδιωτικό Λύκειο Γκίκα (που δεν είχε πολλές απαιτήσεις σαν το Αβερώφειο) και, παράλληλα στο Κάιρο, συνέχισε τις χορευτικές σπουδές της αρχικά στη σχολή της Ρωσίδας μπαλαρίνας Σόνια Ιβάνοβα, όπου εκεί σπούδασαν χορό τόσο η Ταχία Καριόκα, όσο και η Σάμια Γκαμάλ. Παράλληλα, συνέχισε τις σπουδές της στην σχολή χορού της Γερμανίδας Νίκολς ("Les Ballets d' Alexandrie" της Γερμανίδας Frieda Nichols) η οποία έδρευε αρχικά στην Αλεξάνδρεια και μεταφέρθηκε αργότερα στο Κάιρο. Σε αυτήν την πολύ σημαντική σχολή Χορού, η Καίτη διδάχτηκε ευρωπαϊκούς χορούς και κυρίως ακροβατικά, που της χάρισαν ένα πολύ ευέλικτο σώμα (γι’ αυτό την αποκαλούσαν «το κορίτσι από καουτσούκ» (El kaouetsh Kitty) ή, όπως λέμε: «το κορίτσι λάστιχο»).
Αυτήν την περίοδο ακόμα, η Καίτη ούτε που σκεπτόταν να χορέψει οριεντάλ, ή έστω παραδοσιακό baladi (χωριάτικο) που έβλεπε και χόρευαν στους δρόμους, σε πολλές λαϊκές γειτονιές, ή όπως έβλεπε την φημισμένη Nabaweya Mustafa να χορεύει στις ταινίες. Ο τρόπος που κουνούσαν την κοιλιά και τους γοφούς τους, της έφερναν γέλια. Γι’ αυτό και, λίγα χρόνια αργότερα, όταν ξεκίνησε τα ανατολίτικα πρόσθεσε μέσα και πολλές φιγούρες από τον κλασσικό χορό (οι πολλές στροφές στις μύτες των ποδιών ήταν μία από αυτές), εξευγενίζοντας το είδος, πράγμα μάλιστα που της το αναγνώρισαν. Μάλιστα η Καίτη τον χαρακτηρισμό που της έδιναν κάποιοι ως «χορεύτρια του χορού της κοιλιάς», δεν τον δεχόταν. Δεχόταν μόνο ότι χορεύει ανατολίτικα.
Το 1946 η Καίτη πήρε και το «βάπτισμα του πυρός» κάτω από τους κινηματογραφικούς προβολείς, καθώς ο σκηνοθέτης Άμπντελ Φατάχ Χάσαν της έδωσε την ευκαιρία να εμφανιστεί για πρώτη φορά και στον αιγυπτιακό κινηματογράφο, σε ένα χορευτικό νούμερο, όπου η Καίτη χόρεψε ισπανικά με την ανάλογη φυσικά στολή, στην ταινία Al Ghirat (Η ζήλια).
Γύρω στο 1948 η Καίτη προσλήφθηκε ως σολίστα ευρωπαϊκών χορών (khawajati στα αραβικά) στο περίφημο Casino Opera που έδρευε στο Κάιρο, στην Πλατεία Ιμπραήμ Πασά, γνωστή και ως Πλατεία Όπερας, λόγω του ομώνυμου Βασιλικού Θεάτρου που δέσποζε εκεί. Το Casino αυτό όταν πρωτοάνοιξε τις πόρτες του στα τέλη του 1940, ήταν αμερικανικών και ευρωπαϊκών προδιαγραφών, διέθετε κινηματογράφο, θέατρο, σχολή χορού, εστιατόριο με μουσική, ρουφ γκάρντεν, λέσχη και καφέ-μπαρ αμερικανικού τύπου. Ιδιοκτήτρια-διευθύντριά του ήταν η Μπαντία Μασάμπνι (1892-1974). Διάσημη χορεύτρια και ηθοποιός, συρολιβανέζικης καταγωγής και χριστιανικού θρησκεύματος. Ήταν παντρεμένη με τον διάσημο κωμικό του κινηματογράφου και του θεάτρου Nagib el Righani (1889-1949, επίσης χριστιανός στο θρήσκευμα) από τον οποίο διδάχτηκε την υποκριτική τέχνη τόσο η Καίτη, όσο και ο μετέπειτα συμπρωταγωνιστής της σε αρκετές ταινίες Γιώργος Ιορδανίδης. Η Μπαντία, κατηγορούμενη το 1951 για φοροδιαφυγή, εγκατέλειψε το Casino στα χέρια του ανιψιού της Αντουάν και απέδρασε με ιδιωτικό αεροπλάνο στον Λίβανο. Εκεί γνωρίστηκε μ’ έναν άντρα εικοσιπέντε χρόνια μικρότερό της, που έβαλε στο μάτι την τεράστια περιουσία της και της πούλησε έρωτα. Εκείνη γοητεύτηκε και ξετρελάθηκε με τον νεαρό, τον παντρεύτηκε και του άνοιξε ένα πολύ μεγάλο βιβλιοπωλείο στο Λίβανο, επενδύοντας εκεί ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων της. Όταν ανακάλυψε ότι την κορόιδευε, τον χώρισε και, με όσα χρήματα της είχαν απομείνει, άνοιξε μια οικογενειακή φάρμα και ασχολήθηκε μέχρι το θάνατό της με την γαλακτοπαραγωγή, την ορνιθοτροφία και την παραγωγή αυγών. Όσες φορές η Καίτη πήγε στο Λίβανο για παραστάσεις, την αναζήτησε, αλλά, ποτέ δεν κατάφερε να την συναντήσει.
Το Casino Opera λειτουργούσε δυο φορές την ημέρα ως χώρος διασκέδασης, και παρουσίαζε θεατρικά σκετς και δύο μουσικοχορευτικές παραστάσεις. Μια μεσημεριανή για όλη την οικογένεια, και μία βραδινή, στις 9.30 μ.μ, στην οποία σερβιρόταν και αλκοόλ. Τις ημέρες αργίας, Παρασκευές και Κυριακές, το Casino άνοιγε στις 6.30 μ.μ. Μέσα στη σάλα απαγορευόταν ρητά σε όλους τους καλλιτέχνες να κάθονται στα τραπέζια των πελατών, ή να ανοίγουν μπουκάλια με ποτά. Αυτό αναγραφόταν προς γνώση των πελατών, και στο έντυπο πρόγραμμα. Στα μέλη του χορευτικού θιάσου γινόταν κάθε απόγευμα εντατική εκπαίδευση από τη Μπαντία Μασάμπνι η οποία δίδασκε μια εξελιγμένη μορφή του Raqs Baladi, δηλαδή του παραδοσιακού-τοπικού χορού, που ήταν ο Raqs Sharqi, γνωστός και ως "ανατολίτικος χορός". Στο θίασο δίδασκαν χορογραφία και άντρες χορευτές, όπως ο Ισαάκ Ντίξον(Isaak Dixon), ο Ιμπραήμ Ακέφ (Ibrahim Akef), καθώς και ο Έλληνας Χρήστος Κλαδάκης, οι οποίοι εισήγαγαν στο χορό οριεντάλ στοιχεία ευρωπαϊκών χορών και μπαλέτου, που επίσης διδάσκονταν ξεχωριστά οι κοπέλες του θιάσου.
Την εποχή που η Καίτη Βουτσάκη εντάχθηκε στο θίασο του Casino Opera, η Μπαντία Μασάμπνι, λόγω ηλικίας, δεν χόρευε πλέον, ούτε τραγουδούσε, παρά μόνο εκτελούσε χρέη κονφερασιέ. Και στο καζίνο δεν υπήρχε πλέον σχολή χορού, αλλά λειτουργούσε μόνο το θέατρο, ο κινηματογράφος και το εστιατόριο. Και παρ’ όλο που η Καίτη είχε προσληφθεί στη θεατρική σκηνή του Casino Opera ως σολίστα ευρωπαϊκών χορών, ανάμεσα στα κοστούμια της είχε πάντα και μια στολή οριεντάλ, ανυπομονώντας να χορέψει Raqs Sharqi.
Η ευκαιρία που επιθυμούσε διακαώς, της δόθηκε γύρω στο 1948, μια ημέρα που εξ' αιτίας ενός ατυχήματος που συνέβη στις πρόβες, δεν πήγε να εκτελέσει το νούμερό της η διάσημη χορεύτρια του οριεντάλ Hoda Shams El Din (αρμενικής καταγωγής γεννημένη στη Συρία), και η Μπαντία πρότεινε στην Καίτη να την αντικαταστήσει. Ήταν η εκπληκτική αποκάλυψη του Casino, και η μεγάλη επιτυχία της Μπαντία ως εργοδότριας. Μόνο ένα παράπονο είχε η Μπαντία από την Καίτη: το ύψος της. Αν και με τέλειες αναλογίες, ήταν σχετικά μικρόσωμη και όλοι την φώναζαν χαϊδευτικά «Κατκούτα», δηλαδή «κοτοπουλάκι». Μπροστά στη Μπαντία που ήταν μια ψηλή και εύσωμη γυναίκα, με εντυπωσιακό παρουσιαστικό, η Καίτη χανόταν. Γι’ αυτό και η Μπαντία όταν έβγαινε στη σκηνή να την παρουσιάσει, παρακαλούσε μεταξύ σοβαρού και αστείου τον Θεό, να ψηλώσει την μικρή ακόμα δύο δάχτυλα, κι έδειχνε στους θεατές και με το χέρι της το πόσο. Και όντως, η Καίτη πήρε ακόμα λίγο μπόι πριν τα 20 χρόνια της. Και με τα τακούνια έδειχνε ακόμα πιο ψηλή. Είχε ίδιο ύψος με μεγάλες σταρ της εποχής, όπως την Faten Hamama και τη Shadia. Οπότε, δεν αισθανόταν μειονεκτικά όταν στεκόταν δίπλα τους. Η Καίτη παραδεχόταν, ότι απ’όταν φόρεσε τακούνια έγιναν απαραίτητο κομμάτι του εαυτού της. Αν δεν τα φορούσε, ένιωθε γυμνή!... Όταν χόρευε, τα τακούνια της ήταν με μπαρέτα και κρεπ από κάτω, για να μη γλιστράει στις κερωμένες ξύλινες πίστες, που κερώνονταν κάθε δέκα μέρες. Αργότερα στα στούντιο, ο χορός με τακούνια ήταν αρκετά επικίνδυνος, προπαντός στις στροφές, γιατί το πάτωμα του σκηνικού ήταν φτιαγμένο από χαρτί και σκιζόταν εύκολα. Για τον λόγο αυτό η Καίτη αρκετές φορές χόρευε ξυπόλυτη. Όμως, θεωρούσε απαραίτητα τα τακούνια όταν φορούσε στολές οριεντάλ (μπάντλα) γιατί το ψηλό τακούνι αναδείκνυε την ομορφιά τους. Μάλιστα, την εποχή εκείνη οι στολές ράβονταν από ειδικούς ράφτες, και τα κεντήματα γινόντουσαν όχι με πούλιες (παγιέτες) αλλά με μικρά, πολύχρωμα γυαλάκια που άστραφταν κάτω από τα φώτα.
Στα δέκα χρόνια της λειτουργίας του, το Casino Opera της Μπαντία Μασάμπνι, αλλά και τα προηγούμενα τέσσερα nightclubs που είχε ξεκινήσει να ιδρύει στο Κάιρο, τη Γκίζα και την Αλεξάνδρεια ήδη από το 1926, υπήρξαν σπουδαία καλλιτεχνικά φυτώρια από τα οποία αναδείχτηκαν μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως οι μουσικοί-τραγουδιστές Μοχάμεντ Αμπντέλ Ουαχάμπ και Φαρίντ αλ Ατράς, καθώς και οι διάσημοι κωμικοί Ισμαήλ Γιασινέ και Ζεϊνάτ Sedki. Επίσης, εκτός της Καίτης Βουτσάκη, από το περίφημο αυτό Casino ξεκίνησαν τη λαμπρή τους καριέρα και άλλες διάσημες χορεύτριες, όπως η Σάμια Γκαμάλ, η Νάντια Γκαμάλ, η Νέλλυ Μαζλούμ και η Ταχία Καριόκα, οι οποίες ως μέλη του θιάσου χόρευαν και στο παλάτι του βασιλιά Φαρούκ.
Εξαιτίας του ότι στο Casino υπήρχαν και πολλοί Ευρωπαίοι θαμώνες, οι οποίοι δεν έβρισκαν και ιδιαίτερα ελκυστικές τις χορεύτριες με τις τοπικές στολές, προσαρμόστηκαν και αυτές κατά την περίσταση. Έτσι, η παραδοσιακή κελεμπία με το μαντίλι δεμένο γύρω από τους γοφούς του Raqs Baladi, αντικαταστάθηκε από την κλασική πλέον στολή του Raqs Sharqi, που αφήνει ημίγυμνο το σώμα, καλυμμένο με πέπλα, πούλιες και χάντρες, φανερά επηρεασμένη από ανατολίτικου στιλ χολιγουντιανές ταινίες, τύπου Μάτα Χάρι. Με αυτό τον τρόπο, ο οριεντάλ χορός απέκτησε και έναν ιδιαίτερο αισθησιασμό, τονίζοντας τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Μόνο ο αφαλός απαγορευόταν, διά νόμου, να φαίνεται. Οπότε, τον κάλυπταν επιμελώς με κάποιο διακοσμητικό στολίδι, ή με λεπτό φιλέ που έκρυβε όλο το γυμνό μέρος του σώματος.
Από το 1948 η Καίτη, παράλληλα με τις παραστάσεις που έδινε στο Casino Opera, άρχισε να εμφανίζεται πλέον πολύ συχνά και στον αιγυπτιακό κινηματογράφο, όπου το ταλέντο, η πληθωρική σκηνική της παρουσία, η ομορφιά της και το ακαταμάχητο χαμόγελό της, την καθιέρωσαν. Ο σκηνοθέτης Άμπντελ Φατάχ Χάσαν που την είχε πρωτοβγάλει στα δεκαπέντε της χρόνια στον κινηματογράφο, της έδωσε πάλι την ευκαιρία να κάνει μια εντυπωσιακή χορευτική εμφάνιση, με πάρα πολλά, δύσκολα ακροβατικά, στην ταινία Ναργκίς (Nargis), όπου πρωταγωνιστούσαν η Νουρ ελ Χόντα και ο Μοχάμεντ Φάουζι. Την ίδια χρονιά εμφανίστηκε με το πλήρες, ελληνικό όνομά της, δηλαδή το "Καίτη Βουτσάκη", χορεύοντας ως αλυσοδεμένη σκλάβα, με συνοδεία κλασικής ευρωπαϊκής μουσικής, στην ταινία Kholoud, στην οποία πρωταγωνιστούσε η κορυφαία για χρόνια Αιγύπτια ηθοποιός Φάτεν Χαμάμα. Από την ταινία αυτή και μετά, η Καίτη χρησιμοποιούσε πλέον ως καλλιτεχνικό ψευδώνυμο το μικρό της όνομα Ketty (στην αραβική كيتي: Kitty, Katy ή Katie, γιατί το φωνήεν -ε- μόνο προφέρεται αλλά δεν γράφεται). Την επόμενη χρονιά παρουσίασε ένα εξίσου εξαιρετικό νούμερο, χορεύοντας μπαλέτο και κάνοντας ακροβατικά, στην ταινία El Masri Effendi. Το 1949 χόρεψε για πρώτη φορά οριεντάλ στην ταινία Gawaher (Κόσμημα), και από τότε η χαρισματική παρουσία της σε αυτό το είδος χορού, αποτελεί πραγματικά ένα διαχρονικό κόσμημα στην ιστορία του αιγυπτιακού κινηματογράφου!
Επάνω: Η Καίτη στο φιλμ Nargis (1948). (Από το αρχείο της Καίτης Βουτσάκη) Κάτω: Η Καίτη στο φιλμ Kholoud (1948).
Τον Σεπτέμβριο μήνα του 1949, όπως δημοσιεύουν καλλιτεχνικά άρθρα εφημερίδων της εποχής, η Καίτη έκανε και την πρώτη εμφάνισή της στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Αθήνα, ως χορεύτρια ανατολίτικων χορών στο θέατρο Σαμαρτζή", στην επιθεώρηση "Όκέϋ", ενώ παράλληλα τραγούδησε και σε ένα μουσικοχορευτικό νούμερο που έγραψε αποκλειστικά γι’ αυτήν ο Αλέκος Σακελλάριος. Στην ίδια παράσταση εμφανιζόταν η Μαρίκα Νέζερ και η Ειρήνη Παπά που τραγουδούσε το τραγούδι «Τάκου-τάκου ο αργαλειός μου».
Την είχε προσκαλέσει ο θεατρώνης Θεόδωρος Κρίτας, σύζυγος της Βασούλας Μανωλίδου, ο οποίος γνώριζε την φήμη της στην Αίγυπτο. Στα κενά από τις εμφανίσεις της, για να μην χάνει τη φόρμα της, γυμναζόταν στη Σχολή της Έλλης Ζουρούδη η ο ποία μάλιστα της έκανε και μια χορογραφία για τις εμφανίσεις της στην Αίγυπτο, ενώ τρεις χορογραφίες της έκανε και ο Μανώλης Καστρινός. Η Καίτη θυμόταν από εκείνο το πρώτο της ταξίδι με το πλοίο στην Ελλάδα, πόσο επικίνδυνο ήταν γιατί ακόμα δεν είχαν περισυλλεγεί όλες οι νάρκες, υπολείμματα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επίσης, μέσα στο θολό κλίμα που είχε δημιουργήσει ο Εμφύλιος, την εντυπωσίασε πολύ ο κόσμος που κοιμόταν στις αυλές των λαϊκών συνοικιών του Βύρωνα, όπου έμενε η αδελφή της η Μαίρη με τον άντρα της και τον γιο τους τον Μάκη, που η Καίτη, ως καλή θεία, του έφερε από την Αίγυπτο κι ένα μεταλλικό «του-του» που της είχε ζητήσει, δηλαδή ένα αυτοκίνητο που ο μικρός οδηγούσε σαν ποδήλατο με εσωτερικά πετάλια.
Επάνω: Από την υποδοχή της Καίτης στον Πειραιά το 1951, μόλις αποβιβάστηκε από το πλοίο της γραμμής Αλεξάνδρεια-Πειραιάς, το «ΚΟΡΙΝΘΙΑ».(Από το αρχείο της Καίτης Βουτσάκη) Κάτω: Άρθρα των εφημερίδων ΕΜΠΡΟΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ από τον Μάιο του 1951.
Στην Αθήνα ξαναήρθε η Καίτη (ταξιδεύοντας με το πλοίο «Κορινθία»), τον Μάιο του 1951. Πάλι είχε συμβόλαιο για εμφανίσεις στο θέατρο «Σαμαρτζή», όπου παρουσιάστηκε για δυο μήνες στην επιθεώρηση «Φεστιβάλ της Αθήνας» δίπλα στην Άννα Καλουτά, με την οποία μάλιστα έκαναν μαζί και ένα νούμερο: Η Καλουτά φελάχος και η Καίτη φελάχα. Στην ίδια παράσταση υπήρχαν πολύ μεγάλα ονόματα της εποχής, όπως ο Ορέστης Μακρής, η Σμαρούλα Γιούλη, ο Κούλης Στολίγκας, η Καλή Καλό, ο Λαυρέντης Διανέλος, ο Γιώργος Οικονομίδης κ.ά. Εκτός του θεάτρου «Σαμαρτζή», η Καίτη έδωσε παραστάσεις και στα κοσμικά κέντρα της εποχής «Miami» και «Argentina». Όταν δούλευε στην «Argentina» ήταν μαζί και ο Μανώλης Καστρινός με την Χρυσούλα Ζώκα καθώς επίσης κι ένας θίασος από την Αίγυπτο που έκανε ακροβατικά. Ήταν οι διάσημοι Baghdadi, τέσσερα αδέρφια με επικεφαλής τον Ιμπραήμ που ο χορογράφος Isaak Dixon του είχε δώσει το ψευδώνυμο Mr Joe’s. Η Χρυσούλα Ζώκα με έναν από αυτούς είχε γοητευτεί και είχε εντυπωσιαστεί πάρα πολύ. Πριν επιστρέψει στην Αίγυπτο η Καίτη έραψε αρκετά φορέματα και χορευτικά κοστούμια στον μεγάλο μόδιστρο της εποχής Γιώργο Σκαλιντώ, που τα φόρεσε σε αιγυπτιακές κινηματογραφικές ταινίες. Μάλιστα μία στολή, που ήταν εθνική ελληνική ενδυμασία, την φόρεσε σε παραστάσεις που έδωσε στο Casino Shatby της Αλεξάνδρειας.
Η Καίτη με κοστούμια του Γιώργου Σκαλιντώ. Επάνω: στην ταινία Ashhadou ya Nas (1953) και κάτω: στην ταινία Halik ma Allah (1954).
Από το 1949 η Καίτη άρχισε στο σπίτι και εντατικά μαθήματα αραβικών (επειδή στο σχολείο την εποχή που πήγαινε δεν διδάσκονταν ακόμα αραβικά), γιατί σκόπευε να εργαστεί στην Αίγυπτο και ως ηθοποιός, και όχι μόνο ως χορεύτρια. Όμως ο δάσκαλος την πήγαινε με αργό ρυθμό και η Καίτη βιαζόταν. Είχε πείσμα και θέληση μεγάλη να μάθει οπωσδήποτε και, όσο πιο γρήγορα, τη δύσκολη αυτή γλώσσα. Ζήτησε λοιπόν τη βοήθεια του φίλου της Hassan el Seifi. Του είπε να της φέρει από το στούντιο κάποιο χρησιμοποιημένο σενάριο και, με τα βασικά αραβικά που πλέον γνώριζε από τον δάσκαλο, έκατσε κι έμαθε όλους τους διαλόγους απ’ έξω. Σε ελάχιστο διάστημα μιλούσε τα αραβικά σαν τη μητρική της γλώσσα, ενώ σε λίγο καιρό ήξερε και να γράφει. Παράλληλα, ξεκίνησε μαθήματα υποκριτικής στη Σχολή του διάσημου Αιγύπτιου ηθοποιού και σκηνοθέτη Γούσεφ Ουάχμπι τον οποίο η Καίτη θυμάται να φοράει πάντα ένα ρολόι ξυπνητήρι, για να χτυπάει και να του υπενθυμίζει τις πολλαπλές υποχρεώσεις του στη Σχολή, στο θέατρο, στα κινηματογραφικά στούντιο και στα γραφεία παραγωγής. Στην ίδια Σχολή, μαζί με την Καίτη, σπούδασαν υποκριτική ο Γιώργος Ιορδανίδης και ο Τάσος Παπαδάκης (σπουδαίος ηθοποιός και σκηνοθέτης, με τον οποίο η Καίτη διατήρησε μία ωραία φιλία χρόνων, μέχρι τον θάνατο εκείνου το 2021). Τον Οκτώβριο του 1950 η Kitty μιλώντας πλέον τέλεια αραβικά, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε αιγυπτιακή ταινία ως ηθοποιός, τραγουδίστρια και χορεύτρια, συμπρωταγωνίστρια της Φάτεν Χαμάμα, στην ταινία του Μαχμούντ Ζουλφικάρ Akhlaq lel-Bai, ενσαρκώνοντας το ρόλο της χορεύτριας Κατίνας. Με αυτό τον πρώτο και μεγάλο, επιτυχημένο ρόλο της, ξεκίνησε ουσιαστικά και την καριέρα της. Ο ρόλος της "Κατίνας" είναι εκείνος που την απογείωσε και την επέβαλε σαν αστέρι πρώτου μεγέθους στον αιγυπτιακό κινηματογράφο.
Η Καίτη και ως ανερχόμενο αστέρι, αλλά και αργότερα, ως καθιερωμένη σταρ, έδινε χορευτικές παραστάσεις σε εορταστικές εκδηλώσεις, σε γάμους, σε φιλανθρωπικές βραδιές, σε εκδηλώσεις υπέρ του Ερυθρού Σταυρού,σε χοροεσπερίδες, αλλά συμμετείχε και σε εορταστικές παραστάσεις την εποχή που ήταν το Ραμαζάνι.Τα καλοκαίρια χόρευε και στην Αλεξάνδρεια στο Casino Shatby. Μία μέρα την είδε εκεί ο ηθοποιός Ρούσντι Αμπάζα και του άρεσε πολύ. Επειδή κάθε χορεύτρια οριεντάλ έπρεπε να έχει τον προσωπικό ταμπλαδόρο της (αυτόν δηλαδή που παίζει τουμπερλέκι) της πρότεινε έναν σπουδαίο δεξιοτέχνη του είδους, τον Karawan. Και, επίσης, την σύστησε στην σύζυγό του, την περίφημη χορεύτρια Ταχία Καριόκα, βασίλισσα του χορού την εποχή εκείνη, προτείνοντας να δίνουν μαζί παραστάσεις. Έτσι, την περίοδο 1951-54, η Καίτη συμμετείχε στις παραστάσεις της κορυφαίας αυτής Αιγύπτιας χορεύτριας. Όλη σχεδόν την περίοδο που η Taheyya Kariokka (Tahia Carioca) ήταν παντρεμένη με τον γοητευτικό ηθοποιό Rushdy Abaza, η Καίτη ήταν σε αυτό το συγκρότημα,το οποίο πλαισίωνε και θεατρικός θίασος στον οποίο συμμετείχαν ο Shoukoko, η μικρή Libliba (αρμενικής καταγωγής, ξαδέλφη της μικρής Φαϊρούζ) κ.α. που παρουσίαζαν κωμικούς μονολόγους και θεατρικά σκετς. Εκεί ο πασίγνωστος στην Αίγυπτο κωμικός ηθοποιός και τραγουδιστής Shoukoko έδινε ρεσιτάλ ως «Αραγκόζ» (=Καραγκιόζης) φορώντας το ψηλό τριγωνικό καπέλο του με την μεγάλη φούντα, που την περιέστρεφε σε κάθε αστεία του ατάκα.
Επάνω: Η Ταχία Καριόκα και πίσω της η Καίτη σε σκηνή της ταινίας Eayni Bittif (1950). Κάτω: Η Καίτη χορεύει στην ταινία Bint el Hawa (1953) με πρωταγωνίστρια την Ταχία Καριόκα που διακρίνεται καθιστή αριστερά.
Σε μια τέτοια παράσταση που δόθηκε στην Αλεξάνδρεια, πήγε και ο αδερφός της να την δει, μαζί με τη γυναίκα του. Μόλις η Καίτη τους είδε πάνω από τη σκηνή, ντράπηκε πολύ, γιατί πρώτη φορά χόρευε μπροστά στον αδερφό της οριεντάλ. Άλλη μια φορά που χόρεψε η Καίτη με βαριά καρδιά ήταν, όταν ήταν για τους χριστιανούς Μεγάλη Παρασκευή, και ζήτησε να τελειώσει γρήγορα το πρόγραμμά της για να προλάβει να πάει στην εκκλησία. Όμως, εκείνη την ημέρα περίμεναν στο θέατρο τον Abdel Gamal Nasher, και δεν της έδωσαν άδεια. Η Καίτη έκλαιγε στο καμαρίνι της και η μικρούλα Λιμπλίμπα μάταια προσπαθούσε να την παρηγορήσει. Όμως, παρ’ όλο που το συγκρότημα Καριόκα-Καίτη είχε μεγάλη επιτυχία, η Ταχία (αν και μεγάλη βεντέτα την εποχή εκείνη) άρχισε να ζηλεύει την ανερχόμενη χορεύτρια βλέποντας ότι είχε περισσότερους θαυμαστές από αυτήν. Ξεκίνησε λοιπόν να της κάνει «πόλεμο», λέγοντας στους τεχνικούς να χαμηλώνουν τα φώτα (τους προβολείς) όταν έβγαινε η Καίτη να κάνει το δικό της πρόγραμμα. Και όχι μόνον αυτό, αλλά της πήρε και τον ταμπλαδόρο τον Karawan και τον έκανε μέλος του δικού της συγκροτήματος. Αυτό οδήγησε και στη ρήξη της συνεργασίας τους. Η Ταχία ήταν κορυφαία χορεύτρια και πολύ ταλαντούχα, αλλά, όπως πολλοί παραδέχονται που την γνώρισαν, (μεταξύ αυτό και η Μπαντία Μασάμπνι, αλλά, και ο δημοσιογράφος και καλλιτέχνης Hussein Fahmy που υπήρξε στενός φίλος της) ήταν shalak, δηλαδή, διέθετε χωριάτικους τρόπους και δεν μπορούσε να επιβληθεί στον εαυτό της, έχοντας εκτεθεί αρκετές φορές με την συμπεριφορά της. Από την εποχή που διέκοψε τη συνεργασία της με την Ταχία Καριόκκα η Καίτη, στις εορταστικές εκδηλώσεις του Ραμαζανιού εμφανιζόταν σαν συγκρότημα ή με τον τραγουδιστή Karem Mahmoud (κυρίως μ’ αυτόν) ή με τους τραγουδιστές Abdelaziz Mahmoud και Mohamed al Mougi, δίνοντας παραστάσεις σχεδόν σε όλη την Αίγυπτο και το Σουδάν, και παρουσιάζονταν από το Casino el Cabri και το θέατρο της Εσμπεκίας στο Κάιρο, μέχρι σε θεατρικές σκηνές της Αλεξάνδρειας και του Πορτ Σάιντ.
Επάνω: Ο Karawan με το τουμπερλέκι του και η Ταχία Καριόκα σε σκηνή ταινίας όπου, άκρη αριστερά, διακρίνεται και ο Karawan. Κάτω: Δημοσίευμα ελληνικής εφημερίδας του 1969, που αφορά την περίφημη Ταχία Καριόκα.
Από το 1950 και μέχρι το 1965, η Καίτη Βουτσάκη παρουσιάστηκε σε περισσότερες από 70 ταινίες, χορεύοντας με εξαιρετική χάρη, εκπληκτική ευλυγισία και ιδιαίτερη κομψότητα, οριεντάλ, μπαλαντί, αλλά και μπαλέτο, καθώς και ευρωπαϊκούς και λατινοαμερικάνικους χορούς, όπως γαλλικό καν-καν, μάμπο, ρούμπα, σάμπα, ροκ εντ ρολ, τζαζ, κλακέτες, φαραωνικά κλπ, ακόμα και σπανιόλικα με καστανιέτες. Σε πολλές ταινίες η χορογραφία ήταν σπονδυλωτή, και περιλάμβανε από οριεντάλ μέχρι δυο-τρία είδη ευρωπαϊκών χορών, που με τις ανάλογες αλλαγές χορευτικών κουστουμιών, θύμιζε χολιγουντιανό μιούζικαλ. Πραγματικό ρεσιτάλ στο χορό οριεντάλ, παίζοντας ζίλια (sagat), και κάνοντας φιγούρες που έδειχναν όλη την επιδεξιότητά της στο είδος αυτό, έδωσε το 1951 στις ταινίες Leilet al Henna και Fi al Hawa Sawa. Επίσης, στην ταινία του 1954 Aabid al Mal χόρεψε τον πολύ δύσκολο, λόγω της εξαιρετικής ισορροπίας που χρειάζεται, παραδοσιακό σε όλη τη Μέση Ανατολή, γαμήλιο χορό shamadan, στερεώνοντας με ένα είδος περικεφαλαίας στο κεφάλι, ένα κηροπήγιο με εννέα αναμμένα κεριά. Μάλιστα, ο σκηνοθέτης Fatin Abdel Wahab, την έστειλε με τον οδηγό του στούντιο σε μια ύποπτη και επικίνδυνη λαϊκή γειτονιά, να διδαχτεί τον χορό αυτόν από μια παλιά, παραδοσιακή χορεύτρια που έμενε εκεί.
Επάνω: Η Καίτη χορεύει με κηροπήγιο στο κεφάλι στην ταινία Aabid al Mal (1954). Κάτω: Η Καίτη χορεύει με σπαθί στην ταινία El Achek el Mahroum !954).
Σε κάποιες ταινίες χόρεψε και τον παραδοσιακό, φελάχικο χορό με μπαστούνι "saidi". Και στις ταινίες El Achek el Mahroum (1954) και Hal’ Aktul Zawgy (1958) χόρεψε με σπαθί τον, επίσης παραδοσιακό χορό "raqs al-saif" , συνοδευόμενη από τον τραγουδιστή Σαφίκ Γκαλάλ. Στους ευρωπαϊκούς χορούς είχε αρκετές φορές για παρτενέρ της τον Έλληνα χορευτή-χορογράφο Χρήστο Κλαδάκη, ο οποίος, μετά την αποχώρησή του από το Casino Opera, είχε ανοίξει δική του Σχολή Χορού στο Κάιρο, και παράλληλα έκανε καριέρα στον αιγυπτιακό κινηματογράφο, έχοντας παρουσιαστεί την περίοδο 1950-1963 σε 29 ταινίες. Σε μία ταινία του 1952 με τίτλο Zaman al Agaeb η Καίτη χόρεψε και έκανε πολλά δύσκολα ακροβατικά τσίρκου, με το Duo Mefisto, που το αποτελούσαν δυο αδέρφια ελληνοϊταλικής καταγωγής ο Αντώνης και ο Λορέντζο. Λίγα χρόνια πριν, εμφανιζόταν μαζί τους και στο Casino Opera.
Επάνω: Η Καίτη με τον Χρήστο Κλαδάκη στο φιλμ Gizerat el Ahlam (1951). Κάτω: Η Καίτη με τον Αντώνη και τον Λορέτζο του Duo Mefisto στο φιλμ Zaman al Agaeb (1952)
Επίσης, σε κάποιες ταινίες η Καίτη τραγουδούσε, χρησιμοποιώντας ανάμεσα στα αραβικά, τα οποία μιλούσε άπταιστα πλέον, και κάποιες ελληνικές λέξεις. Χαρακτηριστικές ταινίες με έντονο ελληνικό χρώμα, που έδειχναν την αρμονική συνύπαρξη Αιγυπτίων και Ελλήνων, είναι δυο παραγωγές του 1952. Η μία έχει τίτλο Kaas al Azab (Το ποτήρι του μαρτυρίου ή Το πικρό ποτήρι), στην οποία πρωταγωνιστούσε η διάσημη σύζυγος του Όμαρ Σαρίφ, η Φάτεν Χαμάμα. Στην ταινία αυτή η Καίτη Βουτσάκη ερμηνεύει το ρόλο της Ελένης, Ελληνίδας φίλης της πρωταγωνίστριας, όπου μιλάει και τραγουδάει ελληνικά, καταλήγοντας μάλιστα και με δημοτικό τραγουδάκι -κανάκεμα μωρού: ‘’Νταχτιρντί του λέγανε και μου το παντρεύανε…». Επίσης, χορεύει χασαποσέρβικο μαζί με τσολίαδες και βλαχοπούλες, με μουσική υπόκρουση τη "Βαλεντίνα" του Γιώργου Μιτσάκη, που ερμηνεύει η Μαρίκα Νίνου. Η δεύτερη έχει τίτλο Sham el Nessim (Φύσηξε το αεράκι ή Πάσχα), σπονδυλωτή ταινία σε παραγωγή και σενάριο του Αιγυπτιώτη Π. Ζορπανέλη και σκηνοθεσία του Ιταλού Franicho, στην οποία εξελίσσονταν οι ιστορίες τριών οικογενειών: μιας αιγυπτιακής, μιας ελληνικής και μιας ιταλικής την δεύτερη μέρα του Πάσχα. Στις ταινίες αυτές δίπλα στην Καίτη Βουτσάκη παρουσιαζόταν και ο Αιγυπτιώτης ηθοποιός Γιώργος Ιορδανίδης.Σε έναν μικρό ρόλο στο Sham el Nessim παρουσιάστηκε σε μια από τις πρώτες εμφανίσεις του ως ηθοποιός, και ο μετέπειτα πολύ γνωστός και βραβευμένος Αιγυπτιώτης σκηνοθέτης Κώστας Φέρρης.
Επάνω, η Καίτη ως γάτα στην φανταστική ταινία El Sabr Gamil (1951) και κάτω ως σκυλάκι στην ταινία Bayt Altaea (1953) του δάσκαλού της στην υποκριτική Yousef Wahbi.
Ιδιαίτερα δημοφιλής η Καίτη Βουτσάκη έγινε το 1951 με την φανταστική ταινία El Sabr Gamil, όπου υποδυόταν μια γάτα-τζίνι.Αυτός ο περίεργος ρόλος είχε εντυπωσιάσει τόσο πολύ τον ανιψούλη της τον Λευτέρη, ώστε καμάρωνε για τη «θεία του τη γάτα». Όμως, αν και γάτα στην ταινία, λίγο και στο όνομα, αφού «Kitty» σημαίνει γάτα στα αγγλικά, η Καίτη τις γάτες ούτε ήθελε να τις βλέπει. Όποτε πήγαινε στο σπίτι μιας φίλης της που είχε γάτα, τη γατούλα την έκλειναν στο μπάνιο, όσο κρατούσε η επίσκεψη. Μία φορά που κατάφερε να ξεμυτίσει και να παρουσιαστεί στο σαλόνι, η Καίτη έβαλε μια τόσο τρομαγμένη κραυγή, που φόβισε τόσο πολύ τη γατούλα και κρύφτηκε τρεις ολόκληρες μέρες κάτω από το κρεβάτι της κυρίας της. Η Καίτη γενικά αντιπαθούσε και τους σκύλους, και κυρίως για το υγρό τους μουσούδι. Η μοναδική φορά που έπιασε σκύλο, και μάλιστα με εμφανή απέχθεια, ήταν στην ταινία «Bayt Altaea» (1953) όπου πρωταγωνιστούσε ο δάσκαλός της στην υποκριτική Γιούσεφ Ουάχμπι. Χόρεψε ντυμένη σαν σκυλάκι, κι έπειτα αποχώρισε από το πάρτι μαζί με ένα σκυλάκι εκπαιδευμένο να χορεύει (και μάλιστα με κηροπήγιο στο κεφάλι), που συμμετείχε στη γιορτή.
Το 1951 η Καίτη συμμετείχε ως χορεύτρια και στην πρώτη έγχρωμη αιγυπτιακή ταινία (γυρισμένη σε Gevacolor), με τίτλο «El Hob fi Khatar» (Η Αγάπη σε Κίνδυνο), σε σκηνοθεσία Helmi Rafla και παραγωγό-πρωταγωνιστή τον τραγουδιστή Mohamed Fawzy και την περίφημη Λιβανέζα τραγουδίστρια-ηθοποιό Sabah. Αυτή η ιστορική κινηματογραφική παραγωγή γυρίστηκε στο μεγαλύτερο στούντιο της Αιγύπτου, το περίφημο Misr Studio.
Όμως, εκεί όπου διακρίθηκε η Καίτη για το πηγαίο κωμικό της ταλέντο, ήταν όταν πρωταγωνίστησε δίπλα στον μεγάλο Αιγύπτιο κωμικό Ισμαήλ Γιασσίν, σε πολλές επιτυχημένες ταινίες, όπως: Afritat Ismail Yassin (Το φάντασμα ή Ο δαίμονας του Ισμαήλ Γασσίν- 1954), Bint el Balat (1954), Ismail Yassin fi Mat’haff Elshame (Ο Ισμαήλ Γιασσίν στο κέρινο Μουσείο-1956) και πολλές άλλες. Μάλιστα στην ταινία Afritat Ismail Yassin, ο Λιβανέζος τραγουδιστής Μοχάμεντ Σαλμάν ερμηνεύει ένα πολύ εύθυμο και ποιητικό τραγούδι γραμμένο ιδικά για αυτήν, με τίτλο: "Καλώς την Kitty" στο οποίο χορεύει η ίδια επικεφαλής μεγάλου γυναικείου χορευτικού συγκροτήματος. Μεταξύ των άλλων στους στίχους αναφέρεται: "Το πρόσωπό σου λάμπει σαν το φεγγάρι που ανατέλλει!/ Το άστρο Suhail (= Κάνωπος) τη ζηλεύει"!
Από τα γυρίσματα της «Afritat» η Καίτη θυμόταν ότι για να κάνει την νεκρή στις σκηνές που χρειαζόταν, έβγαλαν από το πρόσωπό της ένα γύψινο εκμαγείο, και η αδελφή της η Σοφία αγωνιούσε αν αναπνέει. Από το καλούπι αυτό έφτιαξαν ένα γύψινο πρόπλασμα που το χρωμάτισαν, του έβαλαν και μαλλιά, πρόσθεσαν κι ένα πάνινο σώμα και το έντυσαν με νυχτικό, και έκαναν ότι ήταν το πτώμα της νεκρής Kitty, είτε στο κρεβάτι που την έσφαξαν, είτε στη ντουλάπα που την έκρυψαν. Όσο για την αληθινή, τη ζωντανή Καίτη, αυτή υποδυόταν το ταραχοποιό φάντασμα του τίτλου της ταινίας, η οποία, για πρώτη φορά σε αιγυπτιακό στούντιο γυρίστηκε με ειδική κάμερα με διπλό φακό που μπορούσε να κάνει ταυτόχρονη λήψη σε σκοτεινό και φωτεινό σκηνικό, πράγμα που προσέλκυσε πολλούς επισήμους να παρακολουθήσουν τα γυρίσματα στο στούντιο.
Η Καίτη με τον Ισμαήλ Γιασσίν στην Afritat Ismail Yassin.
Μία πολύ ιδιαίτερη ημέρα, προς το τέλος των γυρισμάτων της ταινίας αυτής που σκηνοθέτησε ο Hassan al Seifi, έκανε επίσκεψη στο στούντιο με την ακολουθία του ο πρίγκιπας του Κατάρ Bin Hamad al Thani (1932-2016) που αρκετά αργότερα, την περίοδο 1972-1995, έγινε ο έκτος Εμίρης του Κατάρ. Αυτός λοιπόν, όχι μόνον παρακολούθησε τα γυρίσματα κάποιας σκηνής, αλλά, ενθουσιασμένος από την Καίτη που ήταν και η πρωταγωνίστρια του φιλμ, της ζήτησε ένα δώρο για ενθύμιο. Κατά σύμπτωση, της είχε δώσει ο Χάσαν ελ Σίφι ένα άλμπουμ με φωτογραφίες της από την ταινία. Οπότε η Καίτη έγραψε μέσα και μία αφιέρωση και του το δώρισε. Την επόμενη μέρα την περίμενε στο καμαρίνι της μία τεράστια ανθοδέσμη, δώρο του πρίγκιπα! Όσο για το γύψινο πρόπλασμα του προσώπου της, η Καίτη το κράτησε για ενθύμιο από την «Afritat» πολύ καιρό, μέχρι που κάποια στιγμή έσπασε. Επίσης, στην «Afritat» ήταν και η πρώτη και τελευταία φορά που οδήγησε αυτοκίνητο μπροστά σε κάμερα, και αυτό με χαμηλή ταχύτητα. Η οδήγηση δεν της άρεσε καθόλου και την ανέθετε στον οδηγό της.
Επάνω: Η Καίτη στην αγκαλιά της πανταχού παρούσας μαμάς της Κωστούλας Βουτσάκη, σε ένα διάλειμμα των γυρισμάτων της "Afritat". (Από το αρχείο της Καίτης Βουτσάκη) Κάτω: Η Καίτη με τον τραγουδιστή Mohamed Salman σε σκηνή της "Afritat"
Παράλληλα, η Καίτη παρουσιάστηκε σε ταινίες και με άλλους σπουδαίους Αιγύπτιους πρωταγωνιστές, όπως την Ζεϊνάτ Σέντκι, την Ταχία Καριόκα, τη Λέιλα Μουράντ, τον Φαρίντ αλ Ατράς, το Γιούσεφ Ουάχμπι, τη Μαριάμ Φακρ Ελντίν, τη Μάγκντα, τη Χόντα Σολτάν κ.ά.Στην ταινία του 1953 El Maqdar w el Maktoub όπου υποδυόταν την Μαρία, βοηθό οδοντιάτρου, δίπλα στους πρωταγωνιστές-τραγουδιστές Abdelaziz Mahmoud και Shoukoko, η Καίτη θυμόταν γελώντας, ότι ο σκηνοθέτης αυτής της ταινίας Abbas Kamel, την έμαθε να σπάει αυγά για μια σκηνή που χρειαζόταν, εντελώς διαφορετικά από τον τρόπο που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε εκείνη. Ανάμεσα στις ταινίες της ξεχώρισαν και προβλήθηκαν και στην Ελλάδα τα έργα Lahn al Kouloud (1952), με ελληνικό τίτλο "Το τραγούδι του πόνου", και Beyt al Taa (1953) με ελληνικό τίτλο "Μάρτυς μου ο Θεός είμαι αθώα". Επίσης, η ταινία του 1953 Bint el Hawa, που προβλήθηκε το 1957 μεταγλωττισμένη στα ελληνικά, με τίτλο «Νανούσα, η αμαρτωλή του Καΐρου».
Η ταινία «Νανούσα», όπου πρωταγωνιστούσε η Ταχία Καριόκκα, υπήρξε και η πρώτη αιγυπτοελληνική συμπαραγωγή των Σαρλ Νάχας-Βασίλη Βακατάση η οποία "μιλούσε" ελληνικά με την τεχνική του ντουμπλάζ. Μεταξύ των ελλήνων ντουμπλέρ ηθοποιών ήταν και οι Αιγυπτιώτης Κική Πέρση, Γιώργος Ιορδανίδης, πατέρας του σκηνοθέτη Γιάννη Ιορδανίδη, ο Τέλης Ανθίδης, πατέρας των αδελφών Μπρόγιερ κ.ά. ενώ τα αραβικά τραγούδια τα απέδιδε ελληνικά ο Γκρεγκόρ. Η Καίτη σ’ αυτήν την ταινία χόρευε ένα ταγκό με τον Χρήστο Κλαδάκι και ένα οριεντάλ ενώ ακουγόταν το τραγούδι ‘’Νανούσα’’ που ερμήνευε ο Τυνήσιος τραγουδιστής Mohammed al Jamousi. Διευθυντής της ελληνικής έκδοσης ήταν ο Αιγυπτιώτης Γιώργος Κ. Χαραλαμπίδης ο οποίος είχε κάνει και την εισαγωγή της πρώτης ελληνικής ταινίας στην Αίγυπτο, ενώ παράλληλα ήταν παραγωγός ταινιών μεγάλου μήκους αλλά και ταινιών μικρού μήκους με ιστορικά, καλλιτεχνικά και αθλητικά επίκαιρα, που τον έχουν καθιερώσει, ως προς αυτό το είδος, πρωτοπόρο στην ιστορία του αιγυπτιακού κινηματογράφου. Εισαγωγέας αυτών των ταινιών στην Ελλάδα ήταν ο Αιγυπτιώτης Γιώργος Κ. Χαραλαμπίδης, και η διανομή γινόταν από τα γραφεία εκμεταλλεύσεως ταινιών των Μ. Πετρολέκα και Αριστοτέλη Γεωργιάδη που έδρευαν στην Αθήνα.Σε κάποιες από τις αφίσες η Καίτη Βουτσάκη διαφημιζόταν ως «Η χορεύτρια με το αγαλματένιο κορμί».
Ένα φιλμ που η Καίτη σχεδόν είχε ξεγράψει από την μνήμη της, γιατί, κατά την διάρκεια των γυρισμάτων του συνέβη κάτι που αποτέλεσε γι’ αυτήν μεγάλη τραυματική εμπειρία, ήταν το Hadrat al-Muhtaram, σε σκηνοθεσία Abbas Kamel, που έκανε πρεμιέρα τον Αύγουστο του 1952. Σε αυτήν την ταινία η Καίτη είχε δυο χορευτικά, στο οποίο φορούσε τοπική στολή από το Μαρόκο και τραγουδούσε η Soad Makawy, και στην άλλη φορούσε στολή οριεντάλ με φερετζέ και τραγουδούσε πλάι στον τραγουδιστή Karem Mahmoud, με τον οποίο είχε και μια μακρά συνεργασία στις γιορτές του Ραμαζανιού. Τότε συνηθιζόταν τα στούντιο να κλείνουν 8 το βράδυ και μετά, κάθε καλλιτέχνης πήγαινε στη δεύτερη δουλειά που έκανε, συνήθως θέατρα ή Casino. Είχαν λοιπόν καλέσει την Καίτη να χορέψει σε έναν γάμο ενός πλούσιου αξιωματούχου στην Tanta, λίγα χιλιόμετρα έξω από το Κάιρο. Και ήταν η μέρα ακριβώς που κηρύχτηκε στρατιωτικός νόμος, τότε που έριξαν από τον θρόνο τον Φαρούκ, και 9 το βράδυ με 5 το πρωί απαγορευόταν η κυκλοφορία. Επειδή τα γυρίσματα της ταινίας άργησαν λίγο και η ώρα προχωρούσε, ο Abbas Kamel πρότεινε να μείνουν όλοι στο στούντιο και να συνεχίσουν τα γυρίσματα μέχρι της 5 το πρωί. Έτσι, η Καίτη δεν κατάφερε να πάει στον γάμο που όχι μόνο είχε συμφωνήσει, αλλά, είχε υπογράψει και συμβόλαιο. Και η οικογένεια που είχε τον γάμο την πήγε στο δικαστήριο για αθέτηση συμβολαίου, και κέρδισαν την δίκη και πλήρωσε η Καίτη 150 λίρες, μεγάλο ποσό εκείνην την εποχή. Πλήρωσε και την παράσταση του δικαστηρίου, δικηγόρους κλπ, και τα «σπασμένα» του γάμου. Η Καίτη για μέρες έκλαιγε απαρηγόρητη και ο φίλος της ο Hassan al Seifi, προσπαθούσε να την ηρεμήσει λέγοντάς της ότι, αν της είχε κάνει μήνυση το στούντιο, θα πλήρωνε πολύ περισσότερα. Όλα τα λεφτά που έβγαλε η Καίτη από την ταινία Hadrat al-Muhtaram τα πλήρωσε γι’ αυτήν την υπόθεση, και ακόμα περισσότερα!
Δύο σκηνές από το φιλμ Hadrat al-Muhtaram. Επάνω: Η Καίτη με παραδοσιακή στολή από το Μαρόκο. Κάτω: Με τον τραγουδιστή Karem Mahmoud.
Το ωράριο στα στούντιο, που ήταν χτισμένα μακριά, έξω από την πόλη, δεν ήταν σταθερό. Όποτε είχαν γύρισμα οι καλλιτέχνες, ερχόταν αυτοκίνητο στο σπίτι και τους ειδοποιούσε. Κάποιες φορές η Καίτη σηκωνόταν από τον ύπνο ν’ ανοίξει την πόρτα, και είχε τυλιγμένα τα μαλλιά της με κουρελάκια για να είναι σπαστά. Αλλά ο Χάσαν αλ Σέιφι, ο φίλος και σκηνοθέτης της, την συμβούλεψε να το αποφεύγει αυτό για να μην την συζητάνε. Ήταν τόσο απλή! Στα στούντιο έπρεπε να βρίσκονται όλοι οι καλλιτέχνες εκεί γιατί μόνο το μακιγιάζ κρατούσε μιάμιση ώρα, και τα γυρίσματα τελείωναν κατά τις 8 το βράδυ, αλλά, κάποιες φορές κρατούσαν μέχρι και τις 2 με 3 η ώρα τα ξημερώματα. Μόνο την εποχή του στρατιωτικού νόμου τα στούντιο έκλειναν στις 8.
Τα γυρίσματα επί Νάσερ παρακολουθούσε και η Daakhelia, δηλαδή η λογοκρισία του Υπουργείου Εσωτερικών, η οποία έκοβε σκηνές που δεν θεωρούσε ευπρεπείς. Για παράδειγμα, στην ταινία του 1954 Bint el Balat σε σκηνοθεσία Hassan el Seifi, η Καίτη είχε ένα χορευτικό french can-can, όπου συνοδευόταν από εξαμελές μπαλέτο που το αποτελούσαν άντρες χορευτές, ντυμένοι σαν γυναίκες του γαλλικού καμπαρέ. Αυτήν την κωμική σκηνή την έκαναν για να γελάσει ο κόσμος, αλλά, η Daakhelia την απέρριψε. Παραδόξως, μία σκηνή από την ταινία του 1953 Ibn Zawat, πάλι σε σκηνοθεσία του Hassan el Seifi, όπου η Καίτη χορεύει και ο τραγουδιστής Omar el Gezawy κάνει αστεία μ’ ένα μπουκάλι (με εμφανές σεξουαλικό υπονοούμενο), μάλλον πέρασε απαρατήρητη από την Daakhelia και δεν κόπηκε. Το ίδιο, η λογοκρισία επενέβαινε και στα καλλιτεχνικά περιοδικά, απαγορεύοντας να γράφουν αισθηματικές περιπέτειες καλλιτεχνών.
Οι περισσότεροι καλλιτέχνες, όπως και η Καίτη, μετά το στούντιο πήγαιναν στην άλλη δουλειά που έκαναν σε θέατρα ή Καζίνο. Αν καθυστερούσαν στο στούντιο έκαναν φασαρίες, γιατί βιάζονταν να φύγουν να πάνε και στη δεύτερη δουλειά, που είχε συγκεκριμένο ωράριο. Όταν κάποια στιγμή η Καίτη τελείωνε το εξαντλητικό ημερήσιο πρόγραμμά της, κατέληγε σπίτι κατάκοπη (καμιά φορά κοιμόταν για λίγο και στην καρέκλα) αφαιρούσε το βαρύ μακιγιάζ κι έπεφτε να κοιμηθεί στο ίδιο κρεβάτι με την αδελφή της τη Σοφία. Ξυπνούσε πάντα πρόσχαρη, έκανε το μπάνιο της κι έφευγε αμέσως πάλι για το στούντιο.
Στα στούντιο, την προ Νάσερ εποχή, εργάζονταν άνθρωποι διαφορετικών εθνοτήτων. Εκτός από Αιγυπτίους, συναντούσε κανείς εκεί πολλούς Αρμένιους, Έλληνες, Εβραίους, Άγγλους, Ιταλούς, Γάλλους, Αφρικανούς κ.ά. Όλοι συνεργάζονταν σε διαφορετικές θέσεις ο καθένας, και λειτουργούσαν σαν μελίσσι, με τελικό σκοπό την ολοκλήρωση μιας ταινίας.Το γνωστότερο και μεγαλύτερο αιγυπτιακό στούντιο εκείνη την εποχή, ήταν το Studio Misr το οποίο ξεκίνησε το 1936 με την ταινία «Wιdad» στην οποία πρωταγωνιστούσε η ντίβα της Αιγύπτου Ουμ Καλσούμ. Τα αιγυπτιακά στούντιο την εποχή αυτή ήταν πολύ εξελιγμένα, με κινηματογραφικούς εξοπλισμούς ευρωπαϊκών και αμερικανικών προδιαγραφών, και μάλιστα κάποιες ελληνικές ταινίες, ήδη από το 1938 φτάνοντας ως το 1954, γυρίζονταν εκεί, μεταξύ των οποίων «Η προσφυγοπούλα» με την Σοφία Βέμπο, αλλά και οι πασίγνωστες «Σάντα Τσικίτα» και «Δεσποινίς ετών 39» με τον Βασίλη Λογοθετίδη, την Ίλυα Λιβυκού και άλλους διάσημους ηθοποιούς (στα Studio Nahas). Επίσης «Το Κυριακάτικο ξύπνημα» με το κινηματογραφικό ζευγάρι Δημήτρης Χορν-Έλλη Λαμπέτη, «Ο άνεμος του μίσους» με τον Γιώργο Φούντα και την Σμαρούλα Γιούλη (και σε ένα χορευτικό οι πασίγνωστες στις Αίγυπτο χορεύτριες αδελφές Liz και Lynn, εβραϊκής καταγωγής), καθώς και η ταινία «Το σταυροδρόμι του πεπρωμένου» με τις κορυφαίες πρωταγωνίστριες Μαίρη Αρώνη και Βάσω Μανωλίδου. Επίσης στην Αίγυπτο γυρίστηκαν και ιταλικές ταινίες όπως το φιλμ «Lo Sparviero del Nilo» με την Συλβάνα Παμπανίνι και τον Βιττόριο Γκάσμαν που γυρίστηκε στα Studio Misr. Τα περίφημα αιγυπτιακά στούντιο τα επισκέπτονταν κατά καιρούς και διάσημοι ηθοποιοί του Χόλλυγουντ, όπως για παράδειγμα η Ρίτα Χέιγουρθ.
Όμως, δεν ήταν πάντοτε ήσυχα τα πράγματα μέσα στα στούντιο. Υπήρχαν καυγάδες και φασαρίες ανάμεσα στους καλλιτέχνες και ανάμεσα στους τεχνικούς. Φυσικά, τα αιγυπτιακά στούντιο (όπως και όλα τα στούντιο του κόσμου) έκρυβαν μυστικά και ανθρώπινες ιδιαιτερότητες, που όμως δεν διέρρεαν όλα, για να μην χαλάσουν την εικόνα των καλλιτεχνών που είχε σχηματίσει γι’ αυτούς ο κόσμος. Όμως, τα κουτσομπολιά και τα ψιθυρίσματα (τα «κουσέγια» {=συζητήσεις} όπως τα έλεγε μαθημένη από τη νησιώτισσα μαμά της η Καίτη) ήταν πολλά. Όπως πολλά ήταν και όσα συνέβαιναν πίσω από τις κάμερες.
Είναι πολλές και ενδιαφέρουσες οι ιστορίες των δημιουργών και πρωταγωνιστών του αιγυπτιακού κινηματογράφου. Για παράδειγμα: Ο κωμικός ηθοποιός Ισμαήλ Γιασσίν με το που έμπαινε στο στούντιο έλεγε ένα ανέκδοτο με μπόλικες κωμικές γκριμάτσες, για να γελάσουν όλοι και να ξεκινήσει καλά η μέρα. Η ελληνοϊταλίδα χορεύτρια Nadia Gamal, πριν γίνει διάσημη, διεκδικούσε τη δόξα και τη φήμη της Samia Gamal, στην οποία ο βασιλιάς Φαρούκ είχε δώσει τον τίτλο της «εθνικής χορεύτριας της Αιγύπτου». Όταν απόχτησε φήμη με τη σειρά της η Nadia Gamal, σε μία περιοδεία της στην Ινδία, έκλεψε παντοτινά την καρδιά του γοητευτικού Ινδού ηθοποιού Sammi Kapoor. Τη διάσημη χορεύτρια Naima Akef, που προερχόταν από την πασίγνωστη στην Αίγυπτο οικογένεια ακροβατών Ακίφ (ή Ακέφ), την παντρεύτηκε και την έβγαλε στον κινηματογράφο ο σκηνοθέτης Hussein Fawzi, ο οποίος δεν της επέτρεπε να συμμετέχει ως χορεύτρια στους πανηγυρισμούς του Ραμαζανιού, αλλά της διοργάνωνε χορευτικές παραστάσεις στην Ελλάδα και τη Γαλλία. Η μητέρα της εντυπωσιακής και εξαιρετικά όμορφης χορεύτριας Hoda Sams el Din θαύμαζε την ομορφιά της κόρης της και, μάλιστα, επέμενε ότι έμοιαζαν πολύ, ενώ στην πραγματικότητα έμοιαζε περισσότερο με την όχι και τόσο ωραία κόρη της Angele. Ο ηθοποιός Farid Shawqi συμβουλευόταν την Καίτη, τι γυμναστικές ασκήσεις έπρεπε να κάνει, για να διατηρεί το στυλ του. Η πιο εύσωμη ηθοποιός που διακρίθηκε με το χαρακτηριστικό παρουσιαστικό της, το ντύσιμο και τα καπέλα της σε πολλές κωμικές ταινίες ήταν η Rafia Hanim που ενέπνευσε με τη μορφή της την πασίγνωστη στην Ελλάδα γελοιογραφία της «Χοντρής του Θησαυρού».
Η Nagat al Sagira (αδελφή της Soad Hosni) που εμφανίστηκε μαζί με την Καίτη στην ταινία Bint el Balat (1954) διέθετε μία εξαίσια φωνή, που την έχρισε διάδοχο της Ουμ Καλσούμ. Η μικρούλα Φαϊρούζ, αρμενικής καταγωγής, διακρίθηκε ως παιδί-θαύμα του αιγυπτιακού κινηματογράφου χορεύοντας, τραγουδώντας και υποδυόμενη ρόλους δίπλα σε μεγάλα ονόματα όπως ο Anwar Wagdy και ο Ismail Yassin. Όμως το άστρο της έσβησε γρήγορα με το που μπήκε στην εφηβεία. Το αντίθετο συνέβη με την ωραία αδελφή της Φαϊρούζ, την Nelly, που έλαμψε για πάρα πολλά χρόνια στο καλλιτεχνικό στερέωμα της Αιγύπτου. Η πανέμορφη Λιβανέζα ηθοποιός Mary Queeny παντρεύτηκε τον Αιγύπτιο σκηνοθέτη Ahmed Galal και, μετά τον θάνατό του κληρονόμησε ένα από τα μεγαλύτερα αιγυπτιακά στούντιο (τo Studio Galal) που διέθετε δύο πλατό. Επειδή οι ελεύθερες σχέσεις απαγορευόντουσαν, εκείνες που έκαναν τους περισσότερους γάμους ήταν η τραγουδίστρια-ηθοποιός Σαμπάχ και η Ταχία Καριόκα (μάλιστα η τελευταία παντρεύτηκε περισσότερο από δεκαπέντε φορές).
Κάποιους από τους ρόλους που υποδύθηκε στο σινεμά η Faten Hamama, τους ερμήνευσε στο θέατρο, δίπλα στον Γιούσεφ Ουάχμπι, η πολύ σπουδαία ηθοποιός Amina Rezq, η οποία διέπρεψε και στον κινηματογράφο. Η περίφημη για την ομορφιά και τη φωνή της Ασμαχάν (Ashmahan-αδελφή του Φαρίντ αλ Ατράς) βρέθηκε πνιγμένη, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου της, μέσα στα νερά του Νείλου. Ο διάσημος τραγουδιστής και ηθοποιός Φαρίντ ελ Ατράς, μέγας γυναικοκατακτητής, δεν έκρυβε μυστικά από τους φιλικούς του. Ο σεναριογράφος Mohamed Hassan Kamel είχε παντρευτεί την, κατά εικοσιπέντε χρόνια μικρότερή του, δεκατριάχρονη ηθοποιό Sohey Fakhry. Ο κωμικός ηθοποιός και τραγουδιστής Shoukoko νοστίμιζε τα φαγητά του με πολύ δυνατά και ιδιαίτερα καρυκεύματα. Ο περίφημος τραγουδιστής-ηθοποιός Abdel Halim Hafez υπέφερε πολύ από μία χρόνια πάθηση των εντέρων (σχιστοσωμίαση), που είχε πάθει πίνοντας μολυσμένο νερό του Νείλου, και τελικά πέθανε από επιπλοκές της.
Επάνω: Η Καίτη με τον Abdelazzez Mahmoud στο φιλμ El Maqdar w el Maktoub (1953). Κάτω: Η Καίτη με την τραγουδίστρια-ηθοποιό Soad Makawy στο φιλμ El Ard el Tayeba (1954).
Όσο διάστημα η Καίτη εργαζόταν στα αιγυπτιακά στούντιο, ανέπτυξε και κάποιες φιλίες με μερικούς από τους συναδέλφους της. Από τις πρώτες φίλες της στον χώρο, με την οποία έκανε καλή παρέα, ήταν η κορυφαία πρωταγωνίστρια Faten Hamama που είχε ξεκινήσει την καριέρα της ίδια εποχή με την Καίτη (μ’ ένα χρόνο διαφορά ήταν σχεδόν συνομήλικες), και μέχρι το 1954 έκαναν μαζί αρκετές ταινίες. Ιδιαίτερα έκανε παρέα η Καίτη με την Doreya Ahmed και την Soad Makawy (σύζυγο για ένα φεγγάρι του «σκηνοθέτη-φιλόσοφου» όπως τον αποκαλούσαν, Abbas Kamel). Επίσης με τον κωμικό ηθοποιό και τραγουδιστή Shoukoko και την σύζυγό του, με τη Mimi Shakib, με τη Mary Munib (η οποία, μετά από έναν άτυχο γάμο μεγάλωσε μόνη τα παιδιά της), με τη Hind Rostom (την αποκαλούμενη και: «Μέριλιν Μονρόε του Αιγυπτιακού Κινηματογράφου» την οποία η Καίτη θυμόταν ιδιαίτερα στην ταινία του 1962 “Chefika el Kepteya” όπου δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας) που της έμαθε και την χρήση του δαφνέλαιου για υγιή μαλλιά, καθώς και με τη Shadia που είχε τουρκική καταγωγή από τη μητέρα της. Μία φίλη που είχε η Καίτη από τα παιδικά της χρόνια, από την εποχή που πήγαιναν στις Σχολές κλασικού χορού στην Αλεξάνδρεια, ήταν Νέλλυ Μαζλούμ, με την οποία κράτησε τη φιλιά της αργότερα και στην Ελλάδα, και την επισκεπτόταν και στη Σχολή Χορού που είχε η Νέλλυ μαζί με την κόρη της Μαριάννα στο Φάληρο.Η Νέλλυ πρωτοέγινε γνωστή το 1939 όταν έπαιξε μικρούλα δίπλα στη Σοφία Βέμπο στην ταινία του Τόγκο Μιζράχι «Η Προσφυγοπούλα», που γυρίστηκε στην Αίγυπτο. Το 1942 που ξαναπήγε στην Αίγυπτο η Βέμπο, πήρε στον θίασό της και τη Νέλλυ που ήταν σχεδόν ένα χρόνο μεγαλύτερη από την Καίτη.
Η Καίτη την περίοδο αυτή ήταν πλέον πρώτο όνομα στο καλλιτεχνικό στερέωμα, και όπως όλες οι σταρ της εποχής διαφήμιζε σαπούνια, τσιγάρα και αναψυκτικά, ενώ κυκλοφορούσαν και σπιρτόκουτα με τη φωτογραφία της. Έκανε εξώφυλλα σε καλλιτεχνικά περιοδικά, γραφόντουσαν πολλά άρθρα για αυτήν, για τον τρόπο που χορεύει, για τα πώς παίζει τα σαγκάτια (ζίλια), για τις καθημερινές ασχολίες της, για τη σωματική της δύναμη, για την μικρή μαθήτριά της τη Libliba που ήταν αρμενικής καταγωγής και πήγαιναν μαζί σε εκδηλώσεις κι έδιναν παραστάσεις κατά το Ραμαζάνι, και ένα σωρό άλλα θέματα. Όμως, εκείνο που απέφευγε συστηματικά η Καίτη, ήταν να δίνει συνεντεύξεις. Της άρεσε να διαβάζει τι γράφουν γι’ αυτήν, αλλά κυρίως στις ελληνικές εφημερίδες της Αιγύπτου. Αιγυπτιακά περιοδικά, αν και της έκαναν πολλά αφιερώματα, δεν αγόραζε σχεδόν καθόλου. Αμέτρητοι θαυμαστές περίμεναν στην ουρά φωνάζοντας «Kitty!Kitty!», έξω από τα στούντιο, τα θέατρα και τα Καζίνο που παρουσιαζόταν, ανυπομονώντας να πάρουν ένα αυτόγραφό της με μια ιδιόχειρη αφιέρωσή της που της είχε υποδείξει ο σκηνοθέτης Hassan al Seifi. Όμως, ο μεγαλύτερος θαυμαστής της ήταν ο ίδιος ο αδελφός της, ο οδοντίατρος Μίμης Βουτσάκης. Εκτός που είχε στο ιατρείο του μια τεράστια κορνίζα με φωτογραφία της Καίτης που φορούσε βραδινή τουαλέτα, μάζευε όλα τα άρθρα και τις κριτικές που έγραφαν γι’ αυτήν και τα τακτοποιούσε όλα σε άλμπουμ. Κάθε νέα φωτογραφία της που έβρισκε, ακόμα και αργότερα, που έφυγε η Καίτη από την Αίγυπτο, την αγόραζε και την πρόσθετε στην πλούσια συλλογή του.
Όπως είναι φυσικό, η Καίτη με την μεγάλη επιτυχία που είχε στον καλλιτεχνικό χώρο, αποκόμιζε και τα ανάλογα κέρδη, κι έτσι κατάφερε να αγοράσει ένα ωραίο και άνετο διαμέρισμα στον έβδομο όροφο μιας νεόδμητης πολυκατοικίας που βρισκόταν στη Sharie Galal 10, σχεδόν απέναντι από το πολυτελές θέατρο-βαριετέ «Σεχραζάτ», στο οποίο εργαζόταν παράλληλα με το σινεμά.
Έμενε με τη μητέρα και την αδελφή της τη Σοφία, και προτιμούσαν πάντα να έχουν στο σπίτι άντρες υπηρέτες, και μόνο για το πλύσιμο των ρούχων είχαν γυναίκες. Η Καίτη έμαθε οδήγηση, αγόρασε αυτοκίνητο, αλλά, επειδή δεν της άρεσε να οδηγεί, προσέλαβε οδηγό. Τα καλοκαίρια έκανε μπάνιο με την αδελφή της σε πισίνες πολυτελών ξενοδοχείων του Καΐρου, και κάποια βραδάκια που δεν δούλευε πήγαιναν για «πιζόν» (=πιτσούνια) σε κάποιο από τα πολλά παρόχθια ή πλωτά εστιατόρια του Νείλου που υπήρχαν στην περιοχή Kasr el Nil, στη γέφυρα με τα τεράστια λιοντάρια που κάποτε λεγόταν και «Γέφυρα των Άγγλων» εκεί όπου η Μπαντία Μασάμπνι την εποχή του Πολέμου είχε ένα από τα πολυτελή Καζίνο της.
Στον ελεύθερο χρόνο της τής άρεσε να πηγαίνει στα ευρωπαϊκά σινεμά της πόλης και να παρακολουθεί αμερικάνικες, αγγλικές και ιταλικές ταινίες. Επειδή δεν κοιμόταν τα μεσημέρια, προτιμούσε την προβολή τις ώρες 3-6. Την προβολή 6-9 δεν την ήθελε, γιατί έπρεπε να προετοιμαστεί για τη βραδινή δουλειά της στο «Σεχραζάτ». Το χολιγουντιανό ίνδαλμά της ήταν η Ρίτα Χέιγουορθ και δεν έχανε καμία ταινία της. Την εποχή εκείνη οι κωμικές ιταλικές ταινίες με τον Τοτό είχαν στην Αίγυπτο μεγάλη επιτυχία. Γαλλικές, κινέζικες, γιαπωνέζικες δεν της άρεσαν καθόλου. Από ινδικές, είχε δει μόνο το Mother India με την περίφημη Nargis. Τα ελληνικά σινεμά του Καΐρου «Ντιάνα», «Ρεξ» και «Παλλάς» ιδιοκτησία των τεσσάρων αδελφών Ραΐση, ήταν πάντα στη λίστα της. Καθώς και το σινεμά «Ρουαγιάλ» που, όπως θυμόταν η Καίτη ως γλυκατζού, είχε το ίδιο όνομα με την περίφημη σοκολάτα που παραγωγοί ήταν οι αδελφοί Χρήστου. Στα σινεμά που ήταν στις λαϊκές γειτονιές του Καΐρου δεν πήγαινε, αλλά ούτε και στα κεντρικά, εκτός αν είχε πρεμιέρα κάποια από τις ταινίες της, οπότε (μπαίνοντας από την πίσω πόρτα για να μην συγχρωτίζονται με τους θεατές) πήγαινε μαζί με τον παραγωγό, τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η Καίτη, με την εξαιρετική μνήμη που είχε, θυμόταν όλη τη ζωή της σκηνές και ατάκες, ακόμα και διαλόγους, απ’ όλες σχεδόν τις ταινίες που είχε δει! Επίσης, θυμόταν ότι ο Αιγύπτιος ηθοποιός (από Ιταλίδα μητέρα) Rushdy Abaza (που τον θαύμαζε ιδιαίτερα η Καίτη), είχε ντουμπλάρει σε κάποιες επικίνδυνες σκηνές τον Αμερικάνο σταρ Ρόμπερτ Τέυλορ, κατά την διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Valley of the Kings» (1954). Όσο για την περίφημη, μνημειώδη ταινία του Cecil de Mille «Οι Δέκα Εντολές» (1956) η Καίτη έλεγε ότι πήγαν όλοι όσοι δούλευαν στον αιγυπτιακό κινηματογράφο, ηθοποιοί και κομπάρσοι, να πάρουν μέρος στις σκηνές πλήθους.
Κατά τη δεκαετία του '50 η Καίτη Βουτσάκη συνεργάστηκε και με τον σκηνοθέτη, σεναριογράφο και παραγωγό Χάσαν Ελ-Σέϊφι (Hassan el Seifi 1927-2005) γιο του ιερέα (sheih Muhammad al Seifi 1885-1955), με τον οποίο γύρισε αρκετές επιτυχημένες ταινίες, με γνωστότερες τις: Ibn Zawat (1953), Afritet Ismail Yassine (1954), El Zolm Harram (1954), Abul eyoun garia (1958) κ.ά. Με τον εν λόγω σκηνοθέτη συνδεόταν για χρόνια, ήδη από το 1946 που ακόμα ήταν βοηθός σκηνοθέτη, με ειλικρινή φιλία, αλλά ποτέ δεν είχαν ερωτική σχέση ούτε παντρεύτηκαν, όπως πολύ συχνά και λανθασμένα αναφέρεται στο αραβικό διαδίκτυο. Ο Χάσαν επισκεπτόταν συχνά το σπίτι της Καίτης για να συζητήσουν τα επαγγελματικά τους σχέδια ή να του κάνει τραπέζι η μητέρα της Καίτης. Φυσικά, πήγαιναν μαζί στις πρεμιέρες των ταινιών που έκαναν μαζί, το Πάσχα συνήθιζε να στέλνει δώρο στην Καίτη ένα τεράστιο σοκολατένιο αυγό, και η Καίτη τον έπαιρνε μαζί με την αδελφή της τη Σόφη, και πήγαιναν παρέα στο μεγάλο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου στο Παλιό Κάιρο. Με λίγα λόγια, ο Χάσαν αλ Σέφι, ήταν ένας καλός, οικογενειακός φίλος και τίποτα παραπάνω.
Επάνω: Η Καίτη και ο Hassan el Seifi. Κάτω: Η μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία τους «Afritat Ismail Yassin»
Κατά καιρούς το αραβικό διαδίκτυο της χρέωνε της Καίτης διάφορους συζύγους, εκτός του Χάσαν, όπως τον Emad Hamdy και τον Kamal el Shenawy. Η Καίτη γελούσε που τα διάβαζε και θυμόταν τους φίλους της Ismail Yassin, Shukoko, αλλά και τη στενή φίλη της Φάτεν Χαμάμα, που την ρωτούσαν γιατί δεν παντρευόταν. Μάλιστα η Φάτεν συμπλήρωνε ότι: «Μια γυναίκα όταν παντρεύεται αποκτά προσωπικότητα». Η Καίτη παραδέχεται ότι στον καλλιτεχνικό χώρο της Αιγύπτου υπήρχαν και ωραίοι άντρες, και τίμιοι, και σοβαροί, και καλλιεργημένοι. Όμως, το βασικό θέμα για εκείνην ήταν η διαφορά της θρησκείας. Και θυμόταν ένα δυσάρεστο περιστατικό όταν πήγαν με τον Όμαρ Σαρίφ προσκαλεσμένοι στο γάμο του σκηνοθέτη Youssef Shahin (με πατέρα Λιβανέζο και μητέρα Ελληνίδα). Έξω από την καθολική εκκλησία που θα γινόταν ο γάμος, οι ιερείς είχαν αναρτήσει ανακοίνωση που απαγόρευαν στον Όμαρ την είσοδο. Αιτία, ήταν ότι είχε αλλάξει θρήσκευμα και από Μισέλ-Δημήτρη έγινε Όμαρ, για να παντρευτεί την διάσημη πρωταγωνίστρια Φάτεν Χαμάμα.
Η Faten Hamama και ο Omar Sharif
Η Καίτη θυμόταν με λύπη και μια πολύ όμορφη Εβραία χορεύτρια την Lea (Λία), που επειδή δεν μπόρεσε να μάθει χορό σε κάποια Σχολή, την έμαθε η Καίτη να χορεύει βαλς κι από εκεί ήταν η αρχή της καριέρας της, ξεκινώντας να χορεύει με τα μπαλέτα που συνόδευαν τις βεντέτες χορεύτριες, όπως ήταν η Καίτη. Η Λία λοιπόν ερωτεύτηκε μ’ έναν όμορφο Έλληνα κονφερασιέ και ατζέντη, έγινε χριστιανή για χάρη του, παντρεύτηκαν, κι όμως, εκείνος λίγο καιρό μετά την χώρισε. Τη Λία πλέον δεν την δεχόταν πίσω η Χάβρα, ούτε την ήθελαν οι χριστιανοί συγγενείς του άντρα της, κι εκείνη απελπισμένη αυτοκτόνησε!
Εκείνη την εποχή στα κινηματογραφικά στούντιο υπήρχε κι ένας Έλληνας, πολύ γνωστός στον χώρο μακιγιέρ, ο Μήτσος (Micho-Μήτσος Λοΐζος;) που είχε μακιγιάρει σε πολλές ταινίες την Καίτη, ανάμεσά τους και στην «Afritat». Ήταν ένας πολύ ωραίος τριανταπεντάχρονος άντρας, που την εποχή εκείνη είχε δεσμό με μία αιγύπτια ηθοποιό, και μάλιστα έβγαζε βόλτα και το σκυλάκι της. Και η Καίτη για να τον πειράξει τον ρώταγε, αν την παντρευτεί, θα παραμείνει Μήτσος, ή θ’ αλλάξει θρησκεία και όνομα. Όμως, εκείνο που είχε ενοχλήσει πολύ την Καίτη, και την είχε δυσαρεστήσει την εποχή που συνέβη, ήταν το γεγονός ότι και ο παρτενέρ της στους ευρωπαϊκούς χορούς Χρήστος Κλαδάκης, παντρεύτηκε την Σύρια τραγουδίστρια και ηθοποιό Dalal. Συμπερασματικά, η Καίτη πίστευε ότι όποιος αλλάζει εύκολα θρησκεία, αλλάζει εύκολα και σύζυγο. Όταν ο Όμαρ Σαρίφ πέθανε το 2015 ήθελε η Καίτη να δει αν κηδεύτηκε ως μουσουλμάνος ή χριστιανός, γιατί, η τελευταία τηλεοπτική ταινία του το 2005 είχε χριστιανικό περιεχόμενο και αφορούσε τον Άγιο Πέτρο, όπου τον ενσάρκωνε ο Όμαρ Σαρίφ. Δεν την ενοχλούσαν οι θρησκείες. Σεβόταν το πιστεύω καθενός. Η μεταστροφή για λόγους γάμου την πείραζε όμως. Άλλωστε, το είχε δηλώσει σε συνέντευξή του και ο ίδιος ο Όμαρ Σαρίφ, ότι οι συμπατριώτες του τού καταλόγιζαν ότι ασπάστηκε το Ισλάμ για μία γυναίκα και όχι για τον Προφήτη.
Το απόγειο της καριέρας της Καίτης Βουτσάκη στον αιγυπτιακό κινηματογράφο ήταν το 1958, όπου παρουσιάστηκε ταυτόχρονα σε τρεις ταινίες. Πρόκειται για τα φιλμ «Abu Ayoon Garai», «Ismail Yassin fi mostashfa el maganen» (Ο Ισμαήλ Γιασίν στο τρελοκομείο) και «Hal aktulu zawgy?» (Πρέπει να σκοτώσω το σύζυγό μου;) όπου στο τέλος, με την υπόκλισή της, εισπράττει τα "μπράβο" και τα χειροκροτήματα του κοινού. Στην επόμενη ακριβώς ταινία της του 1960, που είχε τίτλο «Qalb fi Alzalam» (Καρδιά στο σκοτάδι) και πρωταγωνιστούσε ο Rushdy Abaza, η Καίτη χορεύει για τελευταία φορά με παρτενέρ τον Χρήστο Κλαδάκη, δυο ευρωπαϊκούς χορούς με στοιχεία μπαλέτου. Αυτή ήταν και η προτελευταία ταινία της Καίτης στον αιγυπτιακό κινηματογράφο.
Η ταινία Abu Ayoon Garai (ή Abu Ayoon Jariya) είναι η τελευταία ταινία που έκανε η Καίτη με τον σκηνοθέτη και φίλο της Hassan el Seifi. Και μάλιστα, πίσω από την ταινία αυτή, υπάρχει και μία ιστορία. Ο Χάσαν άρχισε να γυρίζει την ταινία το 1956, σε μία περίοδο που η Καίτη απουσίαζε σε περιοδεία στη Συρία και τον Λίβανο. Τα γυρίσματα ξεκίνησαν με πρωταγωνίστρια την πολύ σπουδαία ηθοποιό Zahra al Oula και ακόμα μία πρωταγωνίστρια, αλλά, διακόπηκαν για οικονομικούς λόγους. Το 1958, όταν βρέθηκαν τελικά χρήματα για να συνεχιστεί η παραγωγή της ταινίας (που πρόκειται για κωμωδία επιστημονικής φαντασίας) η δεύτερη πρωταγωνίστρια αρνήθηκε να συνεχίσει και αποχώρησε. Τότε ο Χάσαν επέλεξε για τον ρόλο της συζύγου του Ευρωπαίου γιατρού την Καίτη, ενώ στους άλλους ρόλους παρέμειναν η Ζάχρα, ως σύζυγος του Ισμαήλ Γιασσίν, και η Ζινάτ Σέντκι στον ρόλο της πεθεράς. Η πιο κωμική σκηνή της ταινίας, είναι εκείνη όπου ο Γερμανός γιατρός, σύζυγος της Καίτης, υποβάλλει σε μία πειραματικέ χειρουργική επέμβαση την σύζυγό του και την πεθερά του Ισμαήλ, μεταμοσχεύοντας τους εγκεφάλους της μιας στην άλλη, και όταν συνέρχονται από την επέμβαση, η Καίτη χορεύει ζαλισμένη οριεντάλ και η Ζινάτ χορεύει μάμπο. Μάλιστα η Καίτη χορεύει και τραγουδάει συγχρόνως (με παραλλαγμένους στίχους για τις ανάγκες του σεναρίου), το τραγούδι του Αμπντέλ Χαλίμ Χαφέζ "Ouloulou", που της δίδαξε ο ίδιος τον τρόπο ερμηνείας, ενώ εκείνος το τραγούδησε το 1960. Όμως, όταν τα γυρίσματα της ταινίας από το 1956 συνεχίστηκαν το 1958, ο βοηθός σκηνοθέτη διαπίστωσε ότι η εμφάνιση της Ζάχρα είχε αλλάξει κάπως, και πρότεινε να γυριστεί όλη η ταινία από την αρχή. Τελικά, για οικονομικούς λόγους κρατήθηκαν οι παλιές σκηνές που είχε γυρίσει η Ζάχρα το 1956, και γύρισε νέες μόνο με την νέα συμπρωταγωνίστρια: την Καίτη. Μάλιστα, η Καίτη που είχε γυρίσει αρκετές ταινίες με τη Ζάχρα, και είχαν αναπτύξει μια φιλία, την πείραζε, λέγοντάς της ότι το όνομά της ήταν «Ζεχρά», από το ομώνυμο τραγούδι που ερμήνευε προπολεμικά η Σοφία Βέμπο.
Επάνω: Η Καίτη και ο Ισμαήλ Γιασσίν σε αφίσα της ταινίας Abu Ayoon Garai (1958). Κάτω: Η Καίτη σε σκηνή της τανίας Hal' Aktul Zawgy? (1958) φορώντας μία φούστα με ύφανση «ψάθα» (της μόδας τότε) που της είχε φέρει δώρο από την Αθήνα η αδελφή της η Μαίρη.
Για την ιστορία: η Zahra (Zahrat) al Oula (1934-2013) υπήρξε η δεύτερη σύζυγος του Χάσαν ελ Σέιφι. Και για εκείνην ήταν δεύτερος γάμος, γιατί αρχικά παντρεύτηκε τον Salah Zoulfikar (αδελφό του σκηνοθέτη Mahmoud Zoulfikar που αφού χήρεψε από την Amir Aziza παντρεύτηκε την Mariam Fakr el Din και, επίσης αδελφό του σκηνοθέτη Ezedin Zoulfikar, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος σύζυγος της Faten Hamama, πριν παντρευτεί τον Omar Sharif).
Όλο αυτό το διάστημα, παράλληλα με τον κινηματογράφο, αφού αποχώρησε από το Casino Opera, εργάστηκε αρχικά για μικρό διάστημα στη μουσική θεατρική σκηνή του "Auberge al Tarf" που βρισκόταν στην κεντρική λεωφόρο Εμάντ ελ Ντιν, και αμέσως μετά, για 10 ολόκληρα χρόνια στο ιστορικό Casino-Theater "Shehrazade", το οποίο διεύθυνε η παλιά ηθοποιός, τραγουδίστρια και χορεύτρια Φαθία Μαχμούντ (Fathia Mahmoud 1913-1981). Στη σκηνή του Σεχραζάτ εκτός από την Καίτη, παρουσιάζονταν ο περίφημος κωμικός και τραγουδιστή Sokoukou (Choukoukou ή Shoukoko), η τραγουδίστρια-ηθοποιό Soraya Helmi που παρουσίαζαν κωμικά σκετς και θεατρικούς μονολόγους, καθώς και ο διάσημος τραγουδιστής Abdel Moteleb γνωστός για τις πολλές κινήσεις των χεριών του όταν τραγουδούσε. κ.ά. Εκείνη την εποχή η Καίτη ήταν τόσο διάσημη, ώστε είχε κυκλοφορήσει ευρέως το χαρακτηριστικό σλόγκαν: "Πάμε να δούμε τις Πυραμίδες, τη Σφίγγα και την Kitty"!
Η Καίτη θυμόταν ότι όταν ήταν μικρή, προπολεμικά, το «Σεχραζάτ» σαν χώρο, το είχε Έλληνας ιδιοκτήτης και μάλιστα εκεί την είχαν πάει παιδάκι να δει παράσταση Καραγκιόζη. Επίσης, θυμόταν για την νέα ιδιοκτήτρια του «Σεχραζάτ» την Φαθία Μαχμούντ (την αφεντικίνα της), ότι ήταν απελπισμένη από έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, και χρησιμοποιούσε κάθε μέσον για να κερδίσει την καρδιά του άντρα που αγαπούσε. Αποφάσισε λοιπόν μία φορά, για να ξορκίσει το κακό, να κάνει μια τελετή εξορκισμού για να φύγει το κακό πνεύμα που την πολεμούσε. Σ’ αυτήν την τελετή (που κρατάει τρεις μέρες με πολλούς εξορκισμούς και μαγγανείες), σφάζεται κι ένας κόκορας, και είναι γνωστή με την ονομασία «Ζαρ». Κάλεσαν λοιπόν και την Καίτη να παραβρεθεί εκεί. Πήγε μαζί με τη μαμά της και με μια σουμάδα στο χέρι, όπως της ζήτησαν, που χρειαζόταν για την τελετή. Η Καίτη πήγε από περιέργεια, αλλά παρακολουθώντας λίγη ώρα την τελετή, έφυγε τρομοκρατημένη από όσα αντίκρισε. Το «Ζαρ» (που είναι ένα είδος «ξεματιάσματος») ήταν ένα συνήθειο των κατώτερων λαϊκών τάξεων της Αιγύπτου, που εκτός από τρομακτικό, δεν ταίριαζε και στον χαρακτήρα της Καίτης.
Το «Σεχραζάτ» ήταν τόσο κοντά στο σπίτι της Καίτης, ώστε όταν εργαζόταν το καλοκαίρι στη θερινή σκηνή που βρισκόταν στην ταράτσα του βαριετέ, τα ανίψια της που έκαναν διακοπές στην Αίγυπτο, την κοίταζαν από το μπαλκόνι του σπιτιού.
Όλη την περίοδο της καριέρας της στην Αίγυπτο η Καίτη (συνοδευόμενη πάντα από τη μητέρα της και την αδελφή της Σοφία) έκανε περιοδείες δίνοντας χορευτικές παραστάσεις στη Λιβύη, στη Βεγγάζη, στο Σουδάν, στον Λίβανο και τη Συρία. Μέσα στις αποσκευές της είχε πάντα μαζί της και μία μικρή εικόνα του Αγίου Νικολάου για προστασία στα ταξίδια, που την κοιτούσαν συνήθως περίεργα οι μουσουλμάνοι τελωνιακοί. Στη Συρία πήγαινε στα σινεμά, όπου παιζόταν ταινία της, και χόρευε στα διαλείμματα. Μάλιστα στη Συρία μία φορά, στις αρχές του ’60, χόρεψε σ’ ένα στρατόπεδο με την απειλή όπλου, γιατί δεν πήγε να χορέψει στη στρατιωτική λέσχη του στρατοπέδου που την περίμεναν. Αιτία ήταν, ότι ήταν πολύ δυσαρεστημένη για τις διώξεις και απελάσεις των Ελλήνων από Συρία και Αίγυπτο που γινόντουσαν εκείνην την εποχή. Τότε πήγε ο αξιωματικός με ένοπλους στρατιώτες στο ξενοδοχείο που έμενε με τη μητέρα της, και μπροστά στην άρνησή της (τους είπε ότι ήταν αδιάθετη) την πήραν με το ζόρι, απειλώντας την με περίστροφο! Άλλη φορά, που είχε πάει στο Λίβανο να δώσει παραστάσεις, γινόντουσαν επεισόδια, γεγονός που φόβισε πολύ την Καίτη και τους δικούς της. Αλλά την διαβεβαίωσε ο ξενοδόχος, ότι αφού ήταν χριστιανές και φορούσαν σταυρό, δεν θα τις πείραζαν. Τότε, ακόμα και ο αρχηγός του Λιβάνου ήταν χριστιανός και όλοι οι χριστιανοί ζούσαν εκεί με ασφάλεια. Και η Καίτη φορούσε πάντα τον σταυρό της, ακόμα και μέσα από τον στηθόδεσμο όταν χόρευε, κάτι που αργότερα θέλησε να το εξομολογηθεί σε ιερέα, φοβούμενη μήπως ήταν αμαρτία. Απ’όλα τα ταξίδια της στη Συρία και τον Λίβανο, η Καίτη συνήθιζε να επισκέπτεται τα χρυσοχοεία στα σουκ (αγορές) και να αγοράζει από εκεί τα κοσμήματα που φορούσε και στις ταινίες της, λόγω της καλή ποιότητας του χρυσού σε αυτά τα μέρη της Μέσης Ανατολής.Επίσης, δεν παρέλειπε να τρώει, πάντα όποτε πήγαινε στον Λίβανο, την παραδοσιακή koubeba, και ζητούσε από τους σερβιτόρους να μην της φέρνουν καφέ με κάρδαμο (habahan) γιατί θεωρούσε ότι αλλοιωνόταν η γεύση του ροφήματος.
Από την υποδοχή της Καίτης στον Λίβανο. (Από το αρχείο Καίτης Βουτσάκη)
Η Καίτη για τις μετακινήσεις της χρησιμοποιούσε όλα τα μέσα μεταφοράς εκτός από αεροπλάνο. Αιτία ήταν ο θάνατος της συναδέλφου της ηθοποιού Camilia, η οποία σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα στις 31/8/1950, και οι φωτογραφίες του καμένου πτώματός της που δημοσιεύτηκαν τότε στις εφημερίδες τρομοκράτησαν πολύ την Καίτη. Θεωρούσε πιο ασφαλές το πλοίο, γι’ αυτό και όταν πήγαινε με θιάσους στο Σουδάν ταξίδευε ακτοπλοϊκώς και διαπλέοντας τον Νείλο έφτανε στον προορισμό της, απολαμβάνοντας παράλληλα τα αξιοθέατα στους σταθμούς του ταξιδιού, όπως για παράδειγμα το μεγαλειώδες μνημείο του Αμπού Σίμπελ στο Ασουάν. Βέβαια για να φτάσει έγκαιρα στον προορισμό της, έφευγε τρεις μέρες νωρίτερα από τον υπόλοιπο θίασο που πήγαινε στο Σουδάν αεροπορικώς. Στο Χαρτούμ, στο ξενοδοχείο που έμενε η Καίτη, τα βράδια, μετά την παράσταση, μαζευόντουσαν κάτω από το μπαλκόνι της πολλοί Σουδανοί θαυμαστές της και φώναζαν ρυθμικά το όνομά της. Όταν έβγαινε η Καίτη στο μπαλκόνι να τους χαιρετήσει, καθώς ήταν νύχτα και αυτοί σκουρόχρωμοι, διέκρινε μόνο τα άσπρα δόντια και τα μάτια τους. Στο Σουδάν πουλούσαν και μαϊμούδες, και μια φορά που θα πήγαινε η Καίτη εκεί, της ζήτησε μία ο αδερφός της να του φέρει. Όμως η μητέρα τους το απαγόρεψε, γιατί φοβήθηκε μην τους δαγκώσει μέσα στο σπίτι που θα την είχαν κλεισμένη. Όμως, ο φίλος της Καίτης, ο Χάσαν ελ Σίφι, ζήτησε από έναν συνάδελφο της Καίτης που ήταν μαζί στον θίασο, και του έφερε μια μαϊμού από το Χαρτούμ, που την είχε στο μπαλκόνι του σπιτιού του. Όμως, βρήκε μεγάλο μπελά από μια γειτόνισσά του που την φοβόταν πάρα πολύ. Κάποτε, εκεί στο Σουδάν έτυχε να μένουν με τον θίασο στο ίδιο ξενοδοχείο και οι χορεύτριες από κάποια ρωσικά μπαλέτα. Πρώτη φορά είδαν χορό οριεντάλ από την Καίτη και ενθουσιάστηκαν. Τότε, ο διευθυντής του μπαλέτου ζήτησε να παραδώσει μερικά μαθήματα οριεντάλ σε μία από τις χορεύτριες. Η Καίτη δέχτηκε, κι έτσι, ο τρόπος που χόρευε η Καίτη οριεντάλ, μέσω αυτών των μπαλέτων, ταξίδεψε μέχρι τη μακρινή Ρωσία.
Από το 1960 που ιδρύθηκε η αιγυπτιακή τηλεόραση, η Καίτη Βουτσάκη μεταπήδησε από τα κινηματογραφικά στα τηλεοπτικά πλατό, όπου παρουσιάστηκε σε αρκετές σειρές. Σε ένα από τα σίριαλ που πήρε μέρος, το Maa el aela (Με την οικογένεια), μαζί της παρουσιάστηκε σαν παιδί-θαύμα και ο μελλοντικός σκηνοθέτης Γιάννης Ιορδανίδης. Στο σίριαλ αυτό η Καίτη εμφανίστηκε να χορεύει και με πατίνια. Όμως, αυτήν την περίοδο το σύνθημα του Νάσερ: «Η Αίγυπτος για τους Αιγύπτιους» ήταν διάχυτο στη χώρα του Νείλου. Ο Abdel Gamal Naser πρόεδρος στην Αίγυπτο της Ηνωμένης Αραβικής Δημοκρατίας (ΗΑΔ) που ιδρύθηκε από την ένωση Αιγύπτου και Συρίας το 1958 προωθούσε ένα σχέδιο που είχε σκοπό όλοι η οικονομία της χώρας να περάσει σε αιγυπτιακά χέρια.
Άρχισαν να γίνονται εθνικοποιήσεις μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων, περιουσιών και γαιών, οι Έλληνες απολυόντουσαν από δουλειές που είχαν χρόνια σε στούντιο, σε καταστήματα κλπ και όλο αυτό δημιούργησε μια τόσο βαριά ατμόσφαιρα στις ελληνικές παροικίες του Καΐρου και της Αλεξάνδρειας, που, ενώ δεν τους είπε κανείς να φύγουν, με τον τρόπο αυτό ήταν σαν να τους έδιωχναν από την Αίγυπτο. Και, παρόλο που ανάμεσα στους Έλληνες και τους Αιγύπτιους υπήρχε πάντα μια αγά, μια φιλία κι ένα πνεύμα συνεργασίας, ξαφνικά σε όλα μπήκε ένα τεράστιο εμπόδιο, που δεν ήταν άλλο από την ανεργία. Την εποχή εκείνη υπήρχε ένας Αμερικανός γεωπόνος, ο Herber, οικογενειακός φίλος της Καίτης, ο οποίος επισκεπτόταν συχνά το σπίτι της και εργαζόταν ως ακόλουθος στην αμερικανική πρεσβεία του Καΐρου. Αυτός της έβαλε την ιδέα να πάει να εργαστεί στην Αμερική και, μάλιστα, επειδή τύχαινε να γνωρίζει με τις πολλές διασυνδέσεις που είχε ως ακόλουθος πρεσβείας, τον Σπύρο Σκούρα, που ήταν στέλεχος (και πρόεδρος μέχρι το 1962) της μεγάλης κινηματογραφικής εταιρείας 20th Century Fox, πίστευε ότι ίσως έκανε και κάποιες ταινίες και στην Αμερική. Η περιοδεία της Καίτης στην Αμερική ανακοινώθηκε και με σχετικό άρθρο στον «Ταχυδρόμο» Αλεξανδρείας στις 30/11/1961. Όμως, το σχέδιο ναυάγησε, γιατί, ενώ έβγαλε εξάμηνη βίζα για την Καίτη για να πάει να εργαστεί εκεί, για την μητέρα της που απαραίτητα θα την συνόδευε, δεν έβγαζαν βίζα παρά μόνο για ένα μήνα. Φυσικά, η Καίτη που δεν πήγαινε πουθενά χωρίς τον «φύλακα άγγελό της», τη μητέρα της, ακύρωσε αμέσως αυτήν την περιοδεία στην ελληνική ομογένεια της Αμερικής, και όχι μόνο.
Το grand finale της καριέρας της στον αιγυπτιακό κινηματογράφο ως χορεύτρια οριεντάλ, η Καίτη Βουτσάκη το έκανε το 1965 στην έγχρωμη παραγωγή Al Aql Wal Mal (Το μυαλό και το χρήμα), όπου εμφανίζεται σαν οπτασία μέσα στην έρημο και χορεύει μπροστά στον έκπληκτο Ισμαήλ Γιασίν, που είναι και ο πρωταγωνιστής. Η μουσική από αυτό το χορευτικό στιγμιότυπο τη συνόδεψε πολλά χρόνια αργότερα, το 1980, και στην τελευταία ταινία που παρουσιάστηκε στην Ελλάδα, και είχε τίτλο "Και ξανά προς τη δόξα τραβά".
Η επιτυχημένη καριέρα της Καίτης Βουτσάκη στην Αίγυπτο διακόπηκε ξαφνικά, όταν ο Υπουργός Εργασίας αποφάσισε να δώσει προτεραιότητα στους εγχώριους καλλιτέχνες, ακυρώνοντας τις άδειες εργασίας στους μη γηγενείς. Παρόλο που η ίδια διαμαρτυρήθηκε για αυτή την άδικη μεταχείριση στον Υπουργό Εξωτερικών, το αίτημά της δεν έγινε δεκτό. Έτσι, η Καίτη Βουτσάκη υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την γενέτειρά της Αίγυπτο, που ήταν κομμάτι της ζωής της, και δεν επέστρεψε ποτέ. Το ίδιο συνέβη και με την άλλη, εξίσου διάσημη Ελληνοϊταλίδα χορεύτρια του οριεντάλ από την Αίγυπτο, τη Νάντια Γκαμάλ (Μαρία Καρυδιά το πραγματικό της όνομα), η οποία κατέφυγε στο Λίβανο. Όπως επίσης και με την Ιταλοελληνίδα ηθοποιό, χορεύτρια, χορογράφο και θιασάρχη Νέλυ Μαζλούμ (Νέλλη-Κατερίνα Μασλουμίδη-Calvo 1929-2003), η οποία έχοντας 26 αιγυπτιακές ταινίες στο ενεργητικό της έφυγε από την Αίγυπτο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου άνοιξε Σχολή Χορού. Για τον ίδιο λόγο χάθηκε από το αιγυπτιακό προσκήνιο άλλη μία σπουδαία χορεύτρια εκείνης της εποχής, επίσης «φιντάνι» του Casino Opera, η περίφημη Χόντα Σαμς Ελ Ντιν, αρμενικής καταγωγής, η οποία επέστρεψε στη γενέτειρά της την Συρία. Την ίδια περίοδο αποχώρησε από την Αίγυπτο και ο ηθοποιός, θιασάρχης και σκηνοθέτης Γιώργος Ιορδανίδης (1921-2005), ο οποίος είχε παίξει σε 40 αιγυπτιακές ταινίες (σε αρκετές από αυτές μαζί με την Καίτη Βουτσάκη), και επιστρέφοντας στην Ελλάδα υπήρξε από τους ιδρυτές του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, στο οποίο εργάστηκε ως γραμματέας, αλλά και ως διευθυντής της Δραματικής Σχολής του.
Επάνω: Η Καίτη στη Θεσσαλονίκη ποζάρει ανάμεσα στον Σταύρο Καραμαλίκη (αριστερά) και τον Γιώργο Ιορδανίδη (δεξιά). (Από το αρχείο της Καίτης Βουτσάκη) Κάτω: Ο πασίγνωστος στους παλιούς Αιγυπτιώτες, βιβλιοπώλης του Καΐρου, Σταύρος Καραμαλίκης.
Αυτά τα γεγονότα που απομάκρυναν αρκετούς καλλιτέχνες από την Αίγυπτο, έχουν την αρχή τους στον Ιανουάριο του 1952. Την εποχή δηλαδή που ήρθαν σε ρήξη οι αιγυπτοβρετανικές σχέσεις, όταν οι Βρετανοί κατέλαβαν την Ισμαηλία. Τότε ακριβώς, και συγκεκριμένα στις 26 Ιανουαρίου, Σάββατο μεσημέρι, για αντίποινα, ξέσπασε μια μεγάλη πυρκαγιά στο Κάιρο, που οφειλόταν σε εμπρησμό, και κατέκαψε στο κέντρο της πόλης, πολλές ξένες ιδιοκτησίες. Η φωτιά ξεκίνησε στις 12.27 το μεσημέρι από την περιοχή του Casino Opera, και έως τις 11 το βράδυ, με ταχύτητα ανέμου, εξαπλώθηκε σε πολλά οικοδομικά τετράγωνα του εμπορικού κέντρου της αιγυπτιακής πρωτεύουσας, πυρπολώντας μέσα σε ελάχιστες ώρες 700 κτίρια. Όπως εμπορικά καταστήματα, κινηματογράφους, θέατρα, ξενοδοχεία και κυβερνητικά κτίρια άλλων χωρών. Μεταξύ αυτών ήταν το αγγλικό ξενοδοχείο Shepheard, τα αμερικανικά σινεμά Metro, και Rivoli που ανήκαν στις εταιρίες Metro-Goldwyn-Mayer και Paramount, αντίστοιχα, το σινεμά Cairo Palace, τα πολυκαταστήματα Gattegno και Cicurel, το ελβετικό ζαχαροπλαστείο Gropy κλπ.
Την ημέρα που ξεκίνησαν τα επεισόδια η Καίτη βρισκόταν στη Γκίζα όπου η περίφημη Αζίζα Αμίρ (Aziza Amir 1901-1952, θεωρείται η «μητέρα του αιγυπτιακού κινηματογράφου» καθώς εκείνη πρώτη το 1927, ως παραγωγός, δημιούργησε την πρώτη βουβή, αιγυπτιακή ταινία μεγάλου μήκους με τίτλο «Leila», όπου πρωταγωνιστούσε η ίδια) ) ετοίμαζε την ταινία «Amanat bi Allah» σε σκηνοθεσία του συζύγου της Mahmood Zoulfikar. Την πήρε τηλέφωνο ένας φίλος της δημοσιογράφος που εργαζόταν στo περιοδικό «Akher Saa» και στην εφημερίδα «Akhbar el-Yom» και την ειδοποίησε για τα συμβάντα. Τότε ο Mahmood Zoulfikar, και ιδίως η Aziza Amir που αγαπούσε ιδιαίτερα την Καίτη, πρότειναν να μείνουν 2-3 μέρες στο ξενοδοχείο Mena House μέχρι να κοπάσουν τα πράγματα.
Όταν η Καίτη επέστρεψε στο Κάιρο, κατευθύνθηκε αμέσως με τον αδελφό της προς το κοσμικό θέατρο Sehrazat το οποίο επίσης είχε πυρποληθεί και κάηκαν πολλά φορέματά της που βρίσκονταν στα καμαρίνια. Μάλιστα στο δρόμο έπεσαν πάνω σε εξαγριωμένους διαδηλωτές (μουζάχρες), και καταλαβαίνοντας από τα ρούχα ότι ήταν Ευρωπαίοι τους επιτέθηκαν. Για καλή τύχη ήταν μαζί τους και ο φίλος σκηνοθέτης Hassan el Seifi, ο οποίος τους γλύτωσε τη στιγμή που κάποιοι διαδηλωτές τραβούσαν την Καίτη από την φούστα. Εκτός από πολλά κέντρα διασκεδάσεως, πλήγηκαν και πολλές ελληνικές ιδιοκτησίες, όπως οι κινηματογράφοι Metropole και Diana Palace. Αν και ποτέ Αιγύπτιοι και Έλληνες, δεν είχαν κακές σχέσεις μεταξύ τους. Αυτή η καταστροφή του "Μαύρου Σαββάτου" του 1952, μαζί με τον γενικότερο εσωτερικό αναβρασμό που επικρατούσε τότε στην Αίγυπτο, την επανάσταση και την αλλαγή καθεστώτος, καθώς και τις ομαδικές απελάσεις Άγγλων, Βέλγων, Ιταλών, Εβραίων, Αρμενίων κ.ά. προκάλεσε ένα μεγάλο πλήγμα στην οικονομία της χώρας. Και η άλλοτε ανθούσα ελληνική παροικία της Αιγύπτου, κλονίστηκε ανεπανόρθωτα! Έτσι, πολλοί Έλληνες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Αίγυπτο, ήδη από την περίοδο 1955-56 με αποκορύφωμα το 1961. Μόνο η Καίτη δεν ακολούθησε τότε αυτό το μεγάλο κύμα των Αιγυπτιωτών προσφύγων στην Ελλάδα. Εκείνη αποχώρησε όταν έληξε η άδεια παραμονής της, γεγονός που συνέβη αρχές του 1965. Μάλιστα, εκείνες τις ημέρες που ετοιμαζόταν να αναχωρήσει, διακατεχόταν (όπως είναι φυσικό) από πολύ μεγάλο εκνευρισμό και στενοχώρια, και συναντήθηκε τυχαία στον δρόμο μ’ έναν γνωστό της οπερατέρ που την ρώτησε, γιατί δεν παντρεύεται κάποιον Αιγύπτιο, ώστε να μη χρειαστεί να φύγει. Η κεραυνοβόλα ματιά που του έριξε η Καίτη, ήταν η απάντησή της.
Γεγονός είναι, ότι την περίοδο 1961-65, καραβιές ερχόντουσαν κάθε λίγο οι χαρακτηρισμένοι ως «πρόσφυγες» Αιγυπτιώτες από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας στο λιμάνι του Πειραιά. Το ίδιο διάστημα, μέσω των αιγυπτιακών εφημερίδων και της τηλεόρασης δημιουργήθηκε ένα εντελώς αρνητικό κλίμα κατά των Ελλήνων. Τηλεοπτικά ρεπορτάζ έδειχναν ιδρύματα της Αθήνας που είχαν γίνει από δωρεές Αιγυπτιωτών Εθνικών Ευεργετών, λέγοντας ότι «όλα αυτά χτίστηκαν με το αίμα του αιγυπτιακού λαού»! Κατηγορίες εξαπολύονταν και από τα δύο «στρατόπεδα» Αιγύπτου-Ελλάδας. Ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία έφεραν ρήξη σε μια φιλία δεκαετιών. Μόνο όταν ανέλαβε ο Ανουάρ Σαντάτ (Muhammad Anwar es-Sadat) την προεδρία της Αιγύπτου τον Σεπτέμβριο του 1970, επανέφερε την ισορροπία ανάμεσα στις δύο Χώρες.
Όσο για τους Αιγυπτιώτες, αρκετοί απ’ όσους ήρθαν στην Ελλάδα, οι πιο εύποροι, δημιούργησαν μια νέα παροικία στα βόρεια προάστεια της Αθήνας, στην Κηφισιά, όπου, σαν Έλληνες πολίτες πλέον, και με εκλογικό δικαίωμα, ξεκίνησαν μια νέα ζωή. Καθιέρωσαν όμως μια γιορτή (που την έφεραν στην κυριολεξία «μέσα στις αποσκευές τους» από τη Νειλοχώρα) η οποία τους θύμιζε την πατρίδα που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν: την λατρεμένη τους Αίγυπτο. Έτσι, κάθε δεύτερη μέρα του Πάσχα, κάθε Λαμπροδευτέρα, γιόρταζαν μια κοινή με τους Αιγύπτιους γιορτή, το «Σαμ ελ Νεσίμ». Δηλαδή τη γιορτή σε ανάμνηση της ημέρας που, μετά από πολλούς μήνες άπνοιας, φύσιξε ένα δροσερό αεράκι (=sham el nesim), και αυτό το θεώρησαν σαν ένα θαύμα που συνέπεσε με τη δεύτερη μέρα του ορθόδοξου χριστιανικού Πάσχα. Οπότε και οι Αιγύπτιοι συνήθισαν από τότε να βάφουν πολύχρωμα αυγά, σαν τα χριστιανικά πασχαλινά.
Με το που ήρθε η Καίτη στην Ελλάδα, αγόρασε ένα σπίτι στην οδό Νικοπόλεως στην Κολιάτσου όπου εγκαταστάθηκε με την μητέρα της και την αδελφή της Σοφία. Ο δρόμος τους από την μια άκρη έβγαζε στην Πατησίων, ακριβώς απέναντι από το θέατρο «Άννα και Μαρία Καλουτά» και από την άλλη έβγαζε στην Αχαρνών, απέναντι από το περίφημο μαγαζί λαϊκής διασκέδασης «Ο Τζίμης ο Χοντρός» όπου την εποχή εκείνη τραγουδούσε εκεί ο Πάνος Γαβαλάς. Για να νιώθουν σαν την Αίγυπτο στο καινούργιο τους σπίτι, διακόσμησαν ένα δωμάτιο σε αραμπέσκ στιλ, όπου εκεί περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους, συζητώντας τις αναμνήσεις τους από τη χώρα των Φαραώ που είχαν κλείσει μέσα στις καρδιές τους. Και, παρ' όλο που λέγεται ότι: «όποιος πιει το νερό του Νείλου ξαναγυρίζει στην Αίγυπτο», δεν επέστρεψαν ποτέ, ούτε καν για ταξίδι αναψυχής. Στα μεγάλα μπαλκόνια του σπιτιού είχαν στήσει και την μεταλλική κούνια-καναπέ που έφεραν μαζί τους από την Αίγυπτο, και τα βράδια του καλοκαιριού έστηναν και κάποια ντιβάνια εκεί, και κοιμόντουσαν έξω στη δροσιά.
Επάνω, δισέλιδο αφιέρωμα για την Καίτη σε φινλανδέζικο περιοδικό (από το αρχείο της) και κάτω, σκηνή από την φινλανδέζικη ταινία Rakkaus alkaa aamuyöstä.
Πολύ σύντομα η Καίτη ξεκίνησε και περιοδείες στο εξωτερικό μαζί με τους μουσικούς της, και, πάντα, με τη συνοδεία της αδελφής της τής Σοφίας. Ως μέσο μεταφοράς επέλεξε τα τρένα και τα πλοία, και πήγε στην Ιταλία, την Ελβετία, τη Γερμανία, τη Σουηδία, τη Δανία και τη Φινλανδία. Εκεί έδωσε παραστάσεις σε Club, σε πολυτελή ξενοδοχεία και κρουαζιερόπλοια. Γελούσε πολύ όταν θυμόταν, ότι στην Ελβετία είχε «συνάδελφο» μια μαϊμού που έβγαινε στην πίστα και ήταν εκπαιδευμένη να μιμείται τη Μπριζίτ Μπαρντό. Και μετά την παράσταση, αναλάμβανε χρέη καθαρίστριας σφουγγαρίζοντας και τα καμαρίνια. Όπου πήγαιναν η Καίτη αγόραζε και διάφορα σουβενίρ, προμηθευόταν όμως και τις γούνες της. Το 1966 με το νέο της ψευδώνυμο "Ketty of the Nile" παρουσιάστηκε ως χορεύτρια, στη φινλανδέζικη ταινία Rakkaus alkaa aamuyöstä.
Η Καίτη σε πρωτοσέλιδο και εσωτερική σελίδα της σουηδέζικης εφημερίδας Dagbladet με ημερομηνία 14/12/1966. (Από το αρχείο της Καίτης Βουτσάκη)
Συνεχίζοντας την περιοδεία της, έφτασε και στην Αγγλία, όπου, όπως αποδείχτηκε ήταν και ο προορισμός της ζωής της. Η Καίτη, επηρεασμένη σίγουρα από τον κινηματογράφο, ονειρευόταν για «πρίγκιπά» της έναν ψηλό, ξανθό, σε στυλ καουμπόη. Τελικά, το τυχερό της ήταν να βρει έναν που έμοιαζε με τον ηθοποιό Τσάρλτον Ήστον. Εκεί στην Αγγλία γνωρίστηκε μαζί του και παντρεύτηκαν. Ο Άγγλος σύζυγός της Robert Kurt (που τον φώναζε: Μπομπ) ήταν πιλότος της Royal Air Force (RAF) και ταξίδευε συχνά στην Ινδία. Μετά τον γάμο τους εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Μπράιτον (Brighton) σε ένα όμορφο σπίτι αγγλικού τύπου. Μάλιστα εκεί η Καίτη παρέδιδε και μαθήματα χορού στις Αγγλίδες.
Αποκόμματα αγγλικών εφημερίδων που παρουσιάζουν τη Σχολή Χορού της Καίτης στο Brighton. (Από το αρχείο της Καίτης Βουτσάκη)
Παράλληλα με την παραμονή της σε χώρες του εξωτερικού, η Καίτη ερχόταν συχνά στην Ελλάδα (συνοδευόμενη και από τον σύζυγό της, με τον οποίο μάλιστα νοίκιασαν κάποια στιγμή και μια μονοκατοικία στο Φάληρο) και για να βλέπει τους δικούς της, ιδίως τη μαμά της, αλλά και για να εργάζεται κι εδώ όπου της το ζητούσαν.
Ήδη από το 1966, με το που ήρθε από την Αίγυπτο στην Ελλάδα η Καίτη Βουτσάκη έπιασε σχεδόν αμέσως εργασία στα ελληνικά στούντιο, και συμμετείχε περιστασιακά σε κάποιες ταινίες, δίπλα σε πρωταγωνιστές όπως ο Νίκος Ξανθόπουλος, ο Κώστας Χατζηχρήστος, ο Νίκος Σταυρίδης, ο Νίκος Δαδινόπουλος και η Βέρα Κρούσκα κ.ά. Οι τίτλοι των ταινιών που παρουσιάστηκε ήταν: Η έξοδος του Μεσολογγίου (1966), Για την τιμή και τον έρωτα (1969), Ένα μπουζούκι αλλιώτικο από τ’ άλλα (1970), Η χαραυγή της νίκης (1971), Δυο μοντέρνοι γλεντζέδες (1971), Και ξανά προς τη δόξα τραβά (1980). Στις σκηνές που παρουσιάστηκε, χόρευε οριεντάλ με μουσική υπόκρουση από την αιγυπτιακή ταινία του 1957 Tamra Henna , της οποίας τη μουσική είχε γράψει ο Μοχάμεντ αλ Μούνγκι. Ίσως, φαίνονται λίγες οι εμφανίσεις της Καίτης στον ελληνικό κινηματογράφο, σε σύγκριση με τον αιγυπτιακό. Όμως, οι χοροί οριεντάλ δεν ήταν συνηθισμένοι στις ελληνικές ταινίες. Οπότε, η Καίτη με τις έξι ταινίες που έκανε, κατέχει το ρεκόρ. Ακολουθούν οι χορεύτριες: Μπουμπούκα, Τριάνα και Ρέα Μανέλλη. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί, ότι στην ταινία του 1960 «Χίλιες παρά μία νύχτες» χόρεψε και η Nadia Gamal, που την εποχή εκείνη έκανε περιοδεία στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, που είχε και καταγωγή σπό τον πατέρα της.
Στο μεσοδιάστημα των κινηματογραφικών ταινιών, η Καίτη παρουσιάστηκε σε θεατρικές παραστάσεις με τον θίασο Άννας Ιασωνίδου-Σπύρου Παπά (σε περιοδείες ανά την Ελλάδα), με τον θίασο Χαριτίνης Χαρόλου-Γιώργου Σίσκου-Γιώργου Βουτσίνου (στο θέατρο «Αυλαία» του Πειραιά), και σε επιθεωρήσεις με τον μουσικό θίασο του Νίκου Αθερινού στο «Στρατιωτικό Θέατρο Θεσσαλονίκης» (όλον τον χειμώνα του 1969), καθώς και με τον θίασο "Αθηναϊκή Αυλαία", δίπλα στους: Σπεράντζα Βρανά, Ζέτα Αποστόλου, Γιάννη Χριστόπουλο, Γιώργο Τζαβέλλα κ.ά. Όσο ήταν ανύπαντρη, συνοδευόταν από τη μητέρα της ή την αδερφή της την Σοφία. Μετά τον γάμο της, κάποιες φορές συνοδευόταν και από τον σύζυγό της όταν ερχόντουσαν μαζί από την Αγγλία στην Ελλάδα.
Παράλληλα, έδωσε χορευτικές παραστάσεις σε στρατόπεδα και σε λέσχες αξιωμαικών κατά τη διάρκεια εορταστικών εκδηλώσεων, σε δήμους, και χόρεψε και σε αναψυκτήρια (όπου παρουσιαστής ήταν ο Κώστας Βενετσάνος) δίπλα σε μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού, όπως για παράδειγμα τον Μανώλη Αγγελόπουλο. Σε μία από τις παραστάσεις της σε κοσμικό κέντρο της Αθήνας, συναντήθηκε τυχαία μετά από πάρα πολλά χρόνια, με την διάσημη χορεύτρια Hoda Sams el Din που είχε έρθει ταξίδι στην Ελλάδα με τον σύζυγό της. Το 1971 σε κοσμικό κέντρο της Πλάκας εργάστηκε μαζί με την Άννα Καλουτά μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια (φυσικά, η κάθε μία με δικό της πρόγραμμα). Τη θεατρική σεζόν 1976-77 παρουσιάστηκε σε θεατρική παράσταση που έγραψε ο Μίμης Τραϊφόρος στο «Θέατρο Βέμπο» και εκείνη την εποχή (συνοδευόμενη από τον σύζυγό της και την παλιά, οικογενειακή φίλη από την Αλεξάνδρεια, και ηθοποιό Κική Πέρση) συναντήθηκε και στο θέατρο «Βρετάνια» μετά από πολλά χρόνια με τον Γιώργο Χαραλαμπίδη. Το 1978 παρουσιάστηκε με τον θίασο του Δημήτρη Ψαράκη στο θρησκευτικό δράμα του Πλάτωνα Ροδοκανάκη «Ο Άγιος Δημήτριος» , υποδυόμενη τη μητέρα του Αγίου. Η θεατρική παράσταση δόθηκε στο θέατρο «Ακάδημος» της Αθήνας, και περιόδευσε σε πολλές ελληνικές πόλεις από την Πελοπόννησο μέχρι την Βόρειο Ελλάδα, καταλήγοντας στην Θεσσαλονίκη, όπου οι παραστάσεις διακόπηκαν με τον μεγάλο σεισμό στις 20 Ιουνίου 1978.
Επάνω: Η Καίτη με τον εκλεκτό φίλο και αγαπημένο συνάδελφό της Γιάννη Χριστόπουλο. Κάτω: Η τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση της Καίτης στην ταινία: "Και ξανά προς τη δόξα τραβά" το 1980.
Το 1979 η Καίτη παρουσιάστηκε στην ΕΡΤ, στο «Θέατρο της Δευτέρας», ερμηνεύοντας τον ρόλο της Τζόγιας στην τηλεοπτική μεταφορά του θεατρικού έργου του Διονυσίου Ρώμα «Το Ζαμπελάκι», σε σκηνοθεσία Γιώργου Βουτσίνου, με πρωταγωνιστές τον Γιώργο Σίσκο, την Χαριτίνη Καρόλου,την Ρίτα Μυράτ και πολλούς άλλους. Και το 1983 έκανε την τελευταία τηλεοπτική της εμφάνιση σε τρία επεισόδια του σίριαλ «Το χρυσό σπίτι» όπου πρωταγωνιστούσαν ο Γιώργος Πάντζας και η Μαίρη Ραζή. Την περίοδο αυτή, ο αιφνίδιος θάνατος του συζύγου της, και μια ασθένεια της μητέρας της που την κράτησε χρόνια στο κρεβάτι και την περιποιόταν η Καίτη (στο σπίτι που πλέον έμεναν μαζί, στη Νέα Σμύρνη), έδωσαν και το οριστικό τέλος στην καριέρα της.
Την εποχή αυτή (πριν σαράντα χρόνια δηλαδή) έτυχε στην Καίτη κι ένα πολύ κωμικό γεγονός, που όποτε το θυμόταν ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Είχε πάει μια Κυριακή με την αδελφή της την Φώφη (Σοφία) βόλτα στο Μοναστηράκι να χαζέψουν στα παλαιοπωλεία. Βλέπουν λοιπόν εκεί μια Κινέζα να πουλάει σε κορνίζα μια φωτογραφία της Καίτης από την ταινία του 1952 Lahn al Khulud, όπου ο Φαρίντ αλ Ατράς είναι γαμπρός και η Καίτη χορεύει στον γάμο. Η Καίτη, κάνοντας την ανήξερη, δείχνει τον εαυτό της στη φωτογραφία και ρωτάει την Κινέζα να της πει ποια είναι. Η Κινέζα με περισπούδαστο ύφος, και κουνώντας το χέρι της με έμφαση για να μεγαλοποιήσει περισσότερο την απάντησή της, είπε: «Αυτή είναι παλιάαα! Πολύυυ παλιά! Αυτή, είναι Αραπίνα (=Αράβισσα) και αυτός (δείχνοντας τον Φαρίντ) είναι Έλληνας!» Μόλις τ’ άκουσε η Καίτη πήρε την αδελφή τους βιαστικά να φύγουν, λέγοντας: «Άκουσες τι είπε Φώφη αυτή; ‘Αυτή είναι παλιάαα! Πολύυυ παλιά!’»
Γενικά, η Καίτη απ’ όταν εγκατέλειψε την Αίγυπτο δεν κυνήγησε πολύ την καριέρα της. Είχε μάθει από μικρή να της χτυπούν την πόρτα για δουλειά και όχι να χτυπάει πόρτες. Στην Ελλάδα έκανε λίγα πράγματα, γιατί δεν πλάσαρε καθόλου τον εαυτό της σαν σταρ του Αιγυπτιακού κινηματογράφου. Ούτε καν το έλεγε αυτό Ξεκίνησε από το μηδέν και ακολουθούσε θιάσους σε περιοδείες στην επαρχία. Εκείνην την ένοιαζε να έχει έναν μισθό για να ζει αξιοπρεπώς με τους δικούς της. Το αν εμφανιζόταν σε δεύτερα θέατρα, λίγο την ένοιαζε. Μάλλον την διασκέδαζε η κατάσταση και την χαλάρωνε, το έκανε σαν εκδρομή, μετά από τόσα χρόνια εξαντλητικών ρυθμών και πίεσης στα αιγυπτιακά στούντιο, τα θέατρα, και τις αμέτρητες εκδηλώσεις. Όλο αυτό αποτέλεσε και μια ομαλή πορεία να εγκαταλείψει κάποια στιγμή την καριέρα της και να αποσυρθεί, αποζητώντας πλέον ήσυχα με την οικογένειά της. Ήταν χορτασμένη από όλα τα καλλιτεχνικά η Καίτη, αλλά, παραδεχόταν, ότι της έλειπαν τα φώτα, τα στούντιο, η πίστα και η σκηνή. Δεν της έλειπαν όμως καθόλου οι άνθρωποι του καλλιτεχνικού χώρου, γιατί τα παρασκήνια δεν ταίριαζαν καθόλου στον χαρακτήρα της Καίτης και δεν την αντιπροσώπευαν. Γενικά η Καίτη όλο το καλλιτεχνικό κομμάτι της ζωής της το αντιμετώπιζε σαν μια δουλειά όπως όλες οι άλλες. Όταν επέστρεφε σπίτι της, ήταν η Καίτη που γνώριζαν όλοι οι δικοί της.
Όμως, όπως οι περισσότεροι καλλιτέχνες, διέθετε και ένα ανικανοποίητο συναίσθημα. Ήθελε να κάνει κι άλλα πράγματα στη ζωή της εκτός από τον χορό. Εφόδια είχε αρκετά, γιατί είχε διδαχτεί υποκριτική από αρκετούς και καλούς δασκάλους, οι οποίοι πίστευαν ακράδαντα στο υποκριτικό της ταλέντο. Κι όμως, ο χορός την απορρόφησε και μονοπώλησε μέσα από αυτόν. Ήταν μία από τις αιτίες που, όταν ήρθε στην Ελλάδα δεν διατυμπάνιζε ότι ήταν διάσημη χορεύτρια στην Αίγυπτο. Δεν ήθελε να τυποποιηθεί σε ένα μόνο είδος. Ήθελε να δοκιμαστεί και στο θέατρο. Αλλά, δυστυχώς, δεν της δόθηκαν οι ευκαιρίες που επιθυμούσε. Γι’ αυτό έλεγε, με κάποια πίκρα, ότι με τα εικοσιπέντε χρόνια καριέρας της στην Αίγυπτο, ήταν σαν να είχε χτίσει πάνω στην άμμο. Δεν μπορούσε να σκεφτεί, ούτε καν να κάνει σύγκριση, ότι και οι Πυραμίδες στην άμμο χτίστηκαν, αλλά, ζουν αιώνια.
Το 1980 η Καίτη Βουτσάκη, μετά από μια πολύ γεμάτη καριέρα, και έχοντας χορέψει για την βασίλισσα Φαρίντα, για τον Richard Nixon (την εποχή που ακόμα ήταν αντιπρόεδρος Αμερικής, την περίοδο 1953-1961), για τον βασιλιά της Σαουδικής Αραβίας Saud, για εμίρηδες, χαλίφηδες, σεΐχηδες, πασάδες, πολιτικούς, αξιωματoύχους, στρατιωτικούς, αλλά και για χιλιάδες (για να μην πούμε εκατομμύρια) κοινούς θνητούς απ’ όλον τον αραβικό κόσμο, και όχι μόνο, εγκατέλειψε οριστικά την καριέρα της. Άφησε πίσω της μια ωραία ανάμνηση από το εξαιρετικό, πολύπλευρο ταλέντο της και τον σεμνό χαρακτήρα της. Έζησε αρκετά χρόνια στην Αγγλία με τον σύζυγό της ως κ.Καίτη Robert Kurt και, από όταν χήρεψε επέστρεψε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα. Μετά τον θάνατο της μητέρας της στον μεγάλο καύσωνα του 1978 (που έφυγε καταρρακωμένη από τη ζωή μετά τον πρόωρο θάνατο του γιου της, ακριβώς μία δεκαετία πριν), και απ’ όταν χήρεψε και η αδελφή της η Σοφία (από τον Λυκειάρχη Γιώργο Ποντικό), άρχισαν να συγκατοικούν οι δυο αδελφές στην Καλλιθέα. Οι συναντήσεις με την οικογένεια της μεγαλύτερης αδελφής τους της Μαίρης (που έμενε στο Παγκράτι), ήταν τακτικότατες, σχεδόν καθημερινές. Οι δυο θείες ήταν ταυτόχρονα και νονές των δύο από τους τρεις γιους της Μαίρης. Η Σοφία είχε βαφτίσει τον Λευτέρη και η Καίτη τον μικρότερο, τον Χαρίλαο (Χάρη).
Εκεί στην Καλλιθέα το έφερε η «τύχη» και συναντήθηκε, μετά από πολλά χρόνια, με τον παλιό παρτενέρ της στους ευρωπαϊκούς χορούς Χρήστο Κλαδάκη. Ζούσε πλέον κι εκείνος στην Καλλιθέα, και κατοικούσε κατά σύμπτωση δυο-τρία οικοδομικά τετράγωνα από το σπίτι της. Ήταν πλέον παντρεμένος (έχοντας κάνει και την σχετική ορθόδοξη τελετή της επιστροφής του στον χριστιανισμό), σε δεύτερο γάμο (μετά τον χωρισμό του από την Σύρια τραγουδίστρια Dalal) με την πρώην χορεύτρια Αλίκη με την οποία γνωριζόταν από τα νεανικά τους χρόνια από την Αίγυπτο. Κάποια στιγμή οι δρόμοι τους ξανασυναντήθηκαν, και έσμιξαν για μια ζωή. Η Καίτη και η αδελφή της η Σοφία έκαναν πολύ παρέα με το ζεύγος Χρήστος-Αλίκη Κλαδάκη. Χαρούμενη συντροφιά, τραπεζώματα, χαρτιά, μπύρες, ουίσκι, θαλάσσια μπάνια, αναμνήσεις, τους συντρόφευαν μέχρι το τέλος του Χρήστου κάπου στο 2015.
Επάνω: Η τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση της Καίτης και του Χρήστου Κλαδάκη το 1960, στην ταινία Qalb fi el Zalam. Κάτω: Καίτη με τον Χρήστο Κλαδάκη πίνουν στην υγεία της αιώνιας φιλίας τους. (Από το αρχείο της Καίτης Βουτσάκη)
Την τελευταία εικοσιπενταετία της ζωής της, από το 2000 και μετά, η Καίτη την έζησε αρκετά ήρεμα, συγκατοικώντας με την αδελφή της τη Σοφία, η οποία, ως δασκάλα κοπτικής ραπτικής της έραβε συχνά και πολύ ωραία ρούχα, με μια μηχανή Singer που είχαν φέρει από την Αίγυπτο. Το σπίτι τους το είχαν πάντα ανοιχτό για συγγενείς και φίλους και τα καλοκαίρια τα περνούσαν στο εξοχικό τους στο Δερβένι Κορινθίας, όπου η Καίτη απολάμβανε το κολύμπι πρωί-πρωί, με το που έβγαινε ο ήλιος και κωπηλατούσε στη θάλασσα με τη φουσκωτή της βάρκα. Όταν ήταν στην Αθήνα, φροντίζοντας να διατηρεί τη φόρμα της πήγαινε σε γυμναστήριο κι έκανε pilates, ποδήλατο και βαράκια. Στην ημερήσια διάταξη είχε και τον χορό. Κάθε απόγευμα χόρευε οριεντάλ για καμιά ώρα, και μετά, απολάμβανε μαζί με την αδελφή της από ένα ποτήρι ουίσκι κι ένα τοστ. Αυτό ήταν το βραδινό της. Μόνο το μεσημέρι έτρωγε καλά (τα μακαρόνια ήταν σχεδόν καθημερινά στο πιάτο της) και το πρωί ξεκινούσε τη μέρα της μόνο μ’ ένα καφέ κι ένα κουλουράκι. Όταν ο καφές άρχισε να της φέρνει δυσφορία, τον αντικατέστησε με υποκατάστατο φτιαγμένο από αλεσμένο κριθάρι που προμηθευόταν από συγκεκριμένα καφεκοπτεία. Επίσης, έπινε συχνά μαύρο τσάι με μπόλικη ζάχαρη, καθώς και «τσάι λάμπαν» (όπως αποκαλούσαν το τσάι με γάλα στην Αίγυπτο). Εκείνο όμως που έπινε από τα παιδικά της χρόνια καθημερινά, ήταν το αγαπημένο της χαμομήλι. Και μάλιστα, δεν το αποχωριζόταν από κανένα της ταξίδι. Το χαμομήλι υπήρχε πάντα μέσα στις αποσκευές της.
Η προσεκτική διατροφή, η συνεχής άσκηση και ο καθημερινός χορός όχι μόνο διατηρούσαν το σώμα της και ήταν πάντα σχεδόν στα ίδια κιλά, αλλά έδιναν στο βάδισμά της και μια χαριτωμένη, χορευτική κίνηση. Με τον ύπνο δεν είχε καθόλου καλή σχέση, θεωρούσε ότι ήταν χάσιμο χρόνου, και κοιμόταν καθημερινά μόνο τρεις-τέσσερεις ώρες και, πάντα με αναμμένο φως. Η πολύ καλή της υγεία την έκανε να απέχει και από τα φάρμακα που άλλοι τα παίρνουν με τη χούφτα. Επίσης, την ωραία και ακηλίδωτη επιδερμίδα της (που ήταν ξηρής υφής), την φρόντιζε με σαπούνι φτιαγμένο από γαϊδουρόγαλα, ακολουθώντας την αρχαία «συνταγή» της Κλεοπάτρας. Η Καίτη ήταν πολύ ευχάριστη στην παρέα της, με το γέλιο κι έξω καρδιά! Διέθετε τρομερό χιούμορ, και της άρεσε να τσιγκλάει τον άλλον και να τον πειράζει μ’ ένα σκανταλιάρικο γέλιο, πάντοτε όμως καλοπροαίρετα και με παιδιάστικη διάθεση. Έδινε πολύ μεγάλη σημασία στα όνειρα και προσπαθούσε να δώσει εξηγήσεις, και, παράλληλα, ήταν και πολύ προληπτική, προσέχοντας ακόμα και με ποιο χέρι θα σερβίρει το κρασί για να μην μεθύσει ο άλλος.
Τακτικότατος επισκέπτης του σπιτιού, (και, μάλιστα μετά τον θάνατο της αδελφής της το 2018) ήταν ο ανιψιός της ο Λευτέρης που κάνανε πολύ καλή παρέα και παίζανε μπιρίμπα με τις ώρες, χωρίς όμως πάντα να κερδίζει, όπως ήθελε η Καίτη. Εκκλησιαζόταν πολύ συχνά στην Ευαγγελίστρια, που ήταν στη γειτονιά της, και έφτιαχνε ανελλιπώς Φανουρόπιτες κάθε Αύγουστο, αλλά και όποτε είχε κάνει κάποιο τάμα. Η καλή της υγεία, της επέτρεπε να κάνει νηστεία όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και συνήθιζε να συντηρεί το Άγιο Φως της Αναστάσεως σαράντα ολόκληρες μέρες. Κάθε χρόνο των Φώτων έκανε Αγιασμό στο σπίτι, και διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τους ιερείς της ενορίας της (τον π.Τιμόθεο και τον π.Χαράλαμπο), αλλά και με τον φίλο της αρχιμανδρίτη π.Δημήτριο Καββαδία, που την έπαιρνε τηλέφωνο συχνά και της τραγουδούσε, φτιάχνοντάς της το κέφι. Μάλιστα, φροντίζοντας και για τη σωτηρία της ψυχής της η Καίτη, εξομολογήθηκε στον αγιορείτη πνευματικό της ενορίας του Αγίου Γεωργίου Καλλιθέας π.Σεραφίμ και μετέλαβε μετά από πάρα πολλά χρόνια.
Και ενώ αποχώρησαν από την Αίγυπτο λόγω του υπουργικού διατάγματος πολλοί αλλοδαποί καλλιτέχνες, για κανέναν δεν δημιουργήθηκαν απορίες, παρά μόνο για την Καίτη Βουτσάκη. Και αυτό γιατί, οι χιλιάδες θαυμαστές της που την αποκαλούσαν ''η χορεύτρια με το ξεχωριστό χαμόγελο'' και ''βασίλισσα της θηλυκότητας και της χαράς'', τη θεωρούσαν ντόπια, δική τους, επειδή οι διαφημιστές την παρουσίαζαν ως Ελληνοαιγύπτια και όχι ως Αιγυπτιώτισσα. Οπότε, κατ’ αυτούς, είχε κάθε δικαίωμα να μη φύγει και να συνεχίσει την καριέρα της στη χώρα. Όμως δεν συνέβαινε στην πραγματικότητα αυτό, γιατί και οι δυο γονείς της ήταν Έλληνες. Έτσι, η ξαφνική αναχώρησή της από την Αίγυπτο, καλύφθηκε από πέπλο μυστηρίου και πυροδότησε μια σειρά από αναληθείς και ανακριβείς φήμες, οι οποίες απασχολούν ακόμα και σήμερα, πολλές αραβικές ιστοσελίδες στο διαδίκτυο. Όπως για παράδειγμα, ότι δήθεν είχε κρυφά εβραϊκή καταγωγή, ότι ονομαζόταν Ραχήλ, και αποκαλύφθηκε, οπότε αναγκάστηκε να φύγει λόγω των ιστορικών γεγονότων μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ, που βρίσκονταν τότε σε εξέλιξη. Ότι κατέφυγε στο Ισραήλ και πέθανε εκεί. Ή, όπως διέδωσε μέσω μιας συνέντευξής της, η συνάδελφός της Νάγκουα Φουάντ (ίσως για να κατασιγάσει όλη αυτή την παραπληροφόρηση), ότι η Καίτη Βουτσάκη αρρώστησε από καρκίνο, και κλονισμένη ηθικά, επέστρεψε στην πατρίδα της την Ελλάδα για να πεθάνει. Γι’ αυτό και θεωρείτο από όλες τις αραβικές ιστοσελίδες νεκρή, από το 1980!
Βέβαια, η επικρατέστερη φήμη που κυκλοφορεί ευρέως στο αραβικό διαδίκτυο, αφορά μια υποτιθέμενη υπόθεση κατασκοπείας. Η διάσημη Αιγύπτια ηθοποιός Μαριάμ Φακρ Ελντίν υπερασπίστηκε ένθερμα και με προσωπική της εγγύηση την καλή φήμη της Καίτης Βουτσάκη, διαψεύδοντας κάθε τέτοια πληροφορία. Η όλη ιστορία αφορά κυρίως έναν Αιγύπτιο κατάσκοπο, τον Ραφαάτ Αλ Γκαμάλ (ή Αλ Χάγκαν, 1927-1982), ο οποίος κυκλοφορούσε ανά τον κόσμο με διαφορετικά ονόματα και διαβατήρια, και κάποια στιγμή, το 1956, τον συνέλαβαν ως κατάσκοπο οι αιγυπτιακές αρχές. Από τη φυλακή, προτίμησε να συνεργαστεί με τη Μυστική Υπηρεσία Πληροφοριών της Αιγύπτου, και να πάει με εβραϊκό διαβατήριο και όνομα στο Ισραήλ ως κατάσκοπος. Η μυθιστορηματική ζωή του Αλ Χάγκαν τον έχει αναγάγει σε εθνικό ήρωα της Αιγύπτου. Και η ζωή του έχει γίνει δημοφιλής ανά τον αραβικό κόσμο, τηλεοπτική σειρά, αιγυπτιακής παραγωγής. Λίγο πριν πεθάνει το 1982 ο Αλ Χάγκαν έγραψε τα απομνημονεύματά του, τα οποία εκδόθηκαν το 1994. Εκεί λοιπόν αφηγείται, ότι στα νιάτα του, την εποχή που ακόμα σπούδαζε, ήταν λάτρης του κινηματογράφου, και μάλιστα, ως ερασιτέχνης ηθοποιός είχε παίξει στα μέσα της δεκαετίας του '40 σε τρεις ταινίες. Εκείνη λοιπόν την περίοδο γνωρίστηκε με μια χορεύτρια λίγο μεγαλύτερή του, η οποία υπήρξε ο πρώτος και μεγάλος έρωτας της ζωής του. Η σχέση τους κράτησε ένα χρόνο, και μετά χώρισαν. Τη χορεύτρια αυτή κατά τον Ραφαάτ Αλ Γκαμάλ την έλεγαν Μπέττυ. Επειδή όμως το όνομα αυτό δεν λέει σε κανέναν τίποτα, κάποιοι ταύτισαν αυθαίρετα την Μπέττυ με την Καίτη, και έτσι η μυστηριώδης ηρωΐδα των απομνημονευμάτων του διάσημου Αιγύπτιου κατασκόπου, βρήκε την ταυτότητά της στο πρόσωπο της Kitty-Καίτης Βουτσάκη! Πολύ ωραία υπόθεση για σενάριο, αλλά η ιστορία αυτή δεν αφορά καθόλου την πραγματικότητα και την Καίτη Βουτσάκη.
Όλα αυτά που διάβαζε στο διαδίκτυο ενοχλούσαν πολύ την Καίτη. Περισσότερο απ’ όλα όμως, που την χαρακτήριζαν «Εβραία». Το θεωρούσε αδιανόητο, γιατί θεωρούσε «ονόρε» (=τιμή) που ήταν Ελληνίδα, Ορθόδοξη Χριστιανή. Κι αυτό το «Εβραία» (χωρίς να το αντιμετωπίζει ρατσιστικά) την ενοχλούσε τόσο πολύ, ώστε έβλεπε την Πεντάλφα σαν εφιάλτη στον ύπνο της. Όσο για τον χαρακτηρισμό «κατάσκοπος» περισσότερο γελούσε, παρά θύμωνε, γιατί της θύμιζε τη Μάτα Χάρι που χόρευε κι έδειχνε με το δάχτυλό της αυτούς που ήθελε να «ξεσκεπάσει». Έπαιρνε το πράγμα, σαν θετικός χαρακτήρας, από την κωμική του πλευρά. Ευτυχώς, τα τελευταία χρόνια, και κυρίως το 2018, κάποιοι έγκριτοι αραβικοί ιστότοποι, στις 21 Απριλίου, ημέρα των υποτιθέμενων γενεθλίων της, αφιέρωσαν νέα άρθρα προς τιμή της που αποκαθιστούν την αλήθεια, τονίζοντας ότι όλα αυτά τα σενάρια εμπλοκής της σε δίκτυα κατασκοπείας ήταν έργα κάποιων διαφημιστών από αντίπαλο ''στρατόπεδο'' στον καλλιτεχνικό χώρο, και ότι η ίδια δεν είχε κανενός είδους σχέση ο Ραφαάτ Αλ Γκαμάλ. Τη μη ανάμειξή της σε αυτή την υπόθεση επιβεβαιώνει και ο Αιγύπτιος απόστρατος στρατηγός Σαμίρ ελ-Γιάζελ. Μάλιστα, οι τίτλοι των άρθρων αυτών επισημαίνουν επίσημα την αθωότητά της, όπως για παράδειγμα: «Kitty...Κατηγορήθηκε για κατασκοπεία και αθωώθηκε». Και ο ιστορικός τέχνης Ουατζίχ Ναντά, αφού αναλύει όλες τις παραμέτρους της συκοφαντικής αυτής υπόθεσης, καταλήγοντας τονίζει: «Η Kitty αγαπούσε την Αίγυπτο όπου γεννήθηκε και αντιμετώπιζε τους συναδέλφους της ισάξια, τόσο στον επαγγελματικό, όσο και στον ανθρωπιστικό τομέα, και σε κάθε συνεργασία που είχε μαζί τους, όπως για παράδειγμα με τον Ismail Yassine, δημιουργούσε πάντα μια πολύ ωραία ατμόσφαιρα!»
Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, ότι η Ελληνίδα χορεύτρια Καίτη Βουτσάκη, με το απαράμιλλο ταλέντο της κατόρθωσε να επιβληθεί την δεκαετία του 1950, σε όλο τον καλλιτεχνικό κόσμο της Μέσης Ανατολής, σε μια εποχή που μεσουρανούσαν κορυφαίες Αιγύπτιες χορεύτριες του οριεντάλ, όπως η Σάμια Γκαμάλ- η ''εθνική χορεύτρια της Αιγύπτου'', σύμφωνα με τον τίτλο που της απένειμε το 1949 ο βασιλιάς Φαρούκ Α΄ - και η Ταχία Καριόκα, και να θεωρείται εφάμιλλη με αυτές! Και όπως χαρακτηριστικά γράφει σε ένα υμνητικό άρθρο του ο δημοσιογράφος Αλ-Αμπάς Αλ-Σουκαρί: "H Kitty αποτελεί ορόσημο στον χορό οριεντάλ! Δελεάζει τον θεατή της με αγάπη και αξιοπρέπεια! Όταν λικνίζει τη μέση της μοιάζει με τη φελούκα που κυλάει στο νερό απαλά! Όταν ταλαντεύεται, όταν ανεμίζει τα μακριά μαλλιά της, όταν στέκεται, προκαλεί μια αποπλάνηση γλυκιά! Υπήρξε η έκπληξη του Καΐρου και γοήτευε σαν τον Νείλο! Τα μάτια της έλαμπαν και οι καρδιές κατέρρεαν μπροστά της! Υπήρξε μια μοναδική περίπτωση, δημιουργώντας ατμόσφαιρα χαράς και ευτυχίας! Kitty σημαίνει χορός, και μάλιστα χορός χωρίς πρόκληση!" Τελικά, ο χορός της έγραψε ιστορία! Στις μέρες μας διδάσκονται σε σχολές χορού, αλλά και σε ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, τα βήματα του χορού της Καίτης Βουτσάκη.
Στις 14 Ιανουαρίου 2020, στην αίθουσα του Εθνικού Θεάτρου "Κοτοπούλη-Rex", το Ταμείο Αλληλοβοήθειας του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (Τ.Α.Σ.Ε.Η.), βράβευσε την Καίτη Βουτσάκη "για το έργο, την παρουσία της, και για την προβολή της Ελλάδας στο διεθνή χώρο" με τιμητικό δίπλωμα. Στην εκδήλωση η Καίτη δεν παραβρέθηκε, αποφεύγοντας τα φώτα της δημοσιότητας.Το βίντεο με τίτλο «Kitty-Καίτη Βουτσάκη-The real story» που ανέβασε στο YouTube στις 21 Απριλίου 2020 η Jenny Tsiougou (Ευγενία Τσιούγκου) σε συνεργασία με τον γράφοντα, όχι μόνον ενθουσίασε την Καίτη, η ο ποία ήταν και η πρώτη θεατής που το είδε στο laptop της εκείνο το ίδιο βράδυ που ανέβηκε στο διαδίκτυο, αλλά είχε και μια τεράστια θεαματικότητα σε όλο τον αραβικό κόσμο. Ήταν το μόνο μέχρι στιγμής βίντεο, που περιλάμβανε όλη την αλήθεια για την Καίτη, έστω και περιληπτικά.
Ήδη από το 2019, βάση όσων μου αφηγήθηκε η Καίτη έγραψα ένα μεγάλο κείμενο-λήμμα στην ελληνική Βικιπαίδεια που την αφορούσε, όπου (τεκμηριώνοντας με πολλές παραπομπές) ανέλυα όλες τις πτυχές της ζωής της, αποκαθιστώντας πρώτη φορά την αλήθεια και δικαιώνοντας την Καίτη. Αυτό το κείμενο έτυχε να διαβαστεί από κάποιους στην Αίγυπτο, και στις 9 Απριλίου 2019 η ιστοσελίδα Christian Dogma που ανήκει στην Κοπτική Εκκλησία της Αιγύπτου, έκανε μια ανακοίνωση με τίτλο «Η Καίτη ζει». Το κείμενο της Βικιπαίδεια άναψε ένα σπίρτο που πυροδότησε τελικά την έρευνα να αποκαλυφθεί η πραγματική Καίτη. Χάριν σε αυτά τα δύο ελληνικά αφιερώματα, αλλά και στην πλουσιότατη ιστοσελίδα του φίλου και συναδέλφου της Καίτης, του Γιάννη Χριστόπουλου, «Μουσικό Θέατρο», όπου διατυμπάνιζε ότι ζούσε, αποκαλύφθηκε και εξαπλώθηκε η αλήθεια σε όλον τον αραβικό κόσμο.
Η πλήρης αποκάλυψη της αλήθειας για την Kitty, η αποκατάσταση της φήμης της και η δικαίωσή της, στην Αίγυπτο και, κατ’ επέκταση, σε ολόκληρο τον αραβικό κόσμο, πραγματοποιήθηκε στις 17 Αυγούστου 2020, από τους καταξιωμένους Αιγύπτιους δημοσιογράφους του Arab Light Μοχάμεντ Αλ-Σαμάα και Αμπντελαζίζ Αμπντελμαγκίτ (Abdelazeez Abdelmagiit), οι οποίοι μετά από ενδελεχή έρευνα μηνών σε Αίγυπτο και Ελλάδα, έφεραν στο φως όλη την αλήθεια για τη σκευωρία που είχε στηθεί εναντίον της Kitty-Καίτη Βουτσάκη, αποδεικνύοντας ότι όλη η συκοφαντική δυσφήμιση εις βάρος της, προκλήθηκε εσκεμμένα. (Φυσικά, ανόητοι που θα εμμένουν στην πλάνη τους, πάντα θα υπάρχουν). Αυτό το γεγονός αναθέρμανε την αγάπη και το θαυμασμό των εκατομμυρίων θαυμαστών της, ακόμα και των νεότερων γενεών που έχουν γνωρίσει την Kitty μέσω του διαδικτύου, σε όλον τον αραβικό κόσμo. Τότε δημιουργήθηκε στο διαδίκτυο από τον Αιγύπτιο Mohamed Abdel, φανατικό θαυμαστή της Καίτης, και το fan club Kaiti Voutsaki the beautiful dancer (αρχικά ονομαζόταν: Kitty the beautiful Dancer) , το οποίο, γνωρίζοντας πλέον ότι η Καίτη είχε γενέθλια τον Φεβρουάριο, της τα γιόρταζε με πλήθος αφιερώματα, αλλά, θρήνησε και για τον θάνατό της.
Η Καίτη είχε πάντα γερή υγεία και οι εξετάσεις της ήταν σαν του μικρού παιδιού. Διέθετε πλήρη διαύγεια πνεύματος, οξύτατη ακοή και γερή όραση. Φαινόταν πως θα περάσει τα 100. Όμως, μια μέρα, έφυγε απρόσμενα από τη ζωή, ήρεμα, μέσα στον ύπνο της, πλήρης ημερών και περιστοιχισμένη από τα αγαπημένα της ανίψια: Ρένα (κόρη του αδερφού της), Λευτέρη και Χαρίλαο (γιοι της αδερφής της της Μαίρης). Ήταν ημέρα Παρασκευή, 10.00 πμ, στις 27 Φεβρουαρίου 2026. Έξι μέρες πριν είχε κλείσει τα 96 της χρόνια. Και, από μία σύμπτωση: Παρασκευή είδε το φως της ζωής στις 21 Φεβρουαρίου 1930, και, ημέρα Παρασκευή του ίδιου μήνα αποχαιρέτησε τη ζωή αυτή.
Στις 3 Μαρτίου 2026 στενοί συγγενείς και φίλοι, σε μια σεμνή τελετή που έγινε στο κοιμητήριο της Καλλιθέας αποχαιρετήσαμε την αγαπημένη μας Καίτη. Την ίδια στιγμή (παρ’ όλο τον ισραηλινο-ιρανικό πόλεμο που εκείνες τις μέρες είχε ξεσπάσει) όλος ο αραβικός κόσμος και ιδιαίτερα η Αίγυπτος, θρήνησαν την απώλεια της με πολλά αφιερώματα στον τύπο, την τηλεόραση και κυρίως στο διαδίκτυο, που, κυριολεκτικά, πήρε φωτιά από τις πολλές αναφορές. Ανάμεσα στα εκατοντάδες αφιερώματα, ήταν και μία πολύ συγκινητική ανάρτηση που έκανε η παλιά συνάδελφός της Nagwa Fouad στη σελίδα του fan club της Καίτης. Όλα αυτά απέδειξαν πόσο αγαπητή καλλιτέχνις υπήρξε η Καίτη, ιδίως εκεί όπου πραγματικά ανήκε: στην Αίγυπτο όπου εκτός από γενέτειρα της ήταν και ο τόπος που έχτισε μια τεράστια και θρυλική καριέρα εικοσιπέντε ολόκληρων ετών. Επιπλέον, οι δύο φωτογραφίες (που έκαναν κύκλο σε όλον τον αραβικό κόσμο) από την τελετή μέσα στην εκκλησίατων Αγίων Θεοδώρων και τον λουλουδένιο σταυρό των συγγενών, καθώς και η αναφορά στα ελληνικά, ορθόδοξα χριστιανικά, ταφικά έθιμα, αποτέλεσαν αδιάσειστα ντοκουμέντα («μία φωτογραφία χίλιες λέξεις» όπως λένε) που κατέρριψαν οριστικά τον μύθο της «Εβραίας». Έναν χαρακτηρισμό που σαν σοβαρή κατηγόρια, εδώ και χρόνια, είχε πληγώσει πολύ βαθιά την Καίτη (με τον ίδιο τρόπο που θα πείραξε έναν Εβραίο αν τον έλεγαν χριστιανό). Ο θάνατος της Καίτης, σήμανε και την οριστική της δικαίωση!
Η δυνατή φιλία μου με την Καίτη Βουτσάκη κράτησε επτά ολόκληρα χρόνια και τρεις μήνες ακριβώς. Ως όνομα, ως, μορφή, ως σπουδαία καλλιτέχνιδα την γνώρισα το 1978 (όταν ήμουν ακόμα 17 ετών) από τον Αιγυπτιώτη εισαγωγέα ταινιών της (μεταξύ αυτών και της περίφημης «Νανούσα») Γιώργο Χαραλαμπίδη (1898-1984). Από τότε, μου κίνησε πολύ το ενδιαφέρον και το όνομά της χαράχτηκε στη μνήμη μου. Το 1997 που έγραψα το βιβλίο «Ινδοπρεπών αποκάλυψη» μαζί με την Ελένη Αμπατζή, έγραψα κι ένα αφιέρωμα στην επιρροή της αραβικής μουσικής στο ελληνικό λαϊκό πεντάγραμμο, και δημοσίευσα εκεί και κάποιες φωτογραφίες της Καίτης, μαζί με μια σύντομη αναφορά για τις ταινίες που παρουσιάστηκε στην Ελλάδα. Λίγα χρόνια αργότερα της έκανα κι ένα μικρό αφιέρωμα στην «Παναιγυπτία» (το περιοδικό των Αιγυπτιωτών) ελπίζοντας, ότι κάπου κάτι θα διάβαζε που έγραφα γι’ αυτήν, και ότι θα βρισκόμαστε με κάποιον τρόπο.
Όταν άρχισα το 2011 να ασχολούμαι με το διαδίκτυο, κάτι με ώθησε να ψάξω το όνομά της. Πραγματικά, απογοητεύτηκα πολύ, όταν διάβασα ότι είχε πεθάνει από το 1980. Όμως, αργότερα έμαθα ότι ένας φίλος της χορευτής που διατηρεί στο διαδίκτυο μια τρομερά πλούσια ιστοσελίδα με τίτλο «Μουσικό Θέατρο» διατυμπάνιζε ότι η Καίτη ζούσε. Βρήκα το τηλέφωνό του, μιλήσαμε, του ζήτησα το δικό της, και, μετά από έναν δισταγμό (επειδή 15 Ιανουαρίου 2018 είχε πεθάνει η αδερφή της Καίτης και το πένθος ήταν πρόσφατο) μου το έδωσε. Ήταν 25 Νοεμβρίου 2018, η ημέρα της γιορτής της, όταν της πρωτομίλησα. Μέχρι τότε η Καίτη ήταν κλεισμένη στον εαυτό της, είχε χάσει όλα τ’ αδέρφια της, είχε χάσει τον ανιψιό της τον Μάκη, και αυτά την είχαν πληγώσει πάρα πολύ. Όμως και η καθημερινή μονοτονία την είχε ψυχολογικά κουράσει. Παρακαλούσε να έρθει ένας φίλος στη ζωή της, να ακουμπήσει πάνω του. Εκείνο το πρώτο τηλεφώνημά μας ήταν η απάντηση (όπως έλεγε) στις προσευχές της. Ήταν η φιλία που περίμενε, να της ξαναδώσει ζωή. Με το που ξεκινήσαμε να μιλάμε, αμέσως δημιουργήθηκε μεταξύ μας ένα ζεστό κλίμα συμπάθειας και μιλήσαμε αρκετά, σαν να γνωριζόμαστε χρόνια. Μεταξύ άλλων, είπαμε και για τον Γιώργο Χαραλαμπίδη που ήταν ο συνδετικός μας κρίκος, μιας και η Καίτη τον γνώριζε από τα παιδικά της χρόνια, από 8 ετών, όταν της έγραφε νούμερα για το θέατρο.
Επάνω: Ο Αιγυπτιώτης Γιώργος Χαραλαμπίδης σε φωτογραφία του 1937, σχεδόν την εποχή που γνωρίστηκε με την μικρούλα, τότε, Καίτη.
Από τότε καθιερώσαμε να μιλάμε στο τηλέφωνο κάθε Τετάρτη και Σάββατο (κάθε φορά από τρεις-τέσσερεις ώρες!) και λίγο μετά που η Καίτη έμαθε να χειρίζεται καλά το laptop, ανταλλάσσαμε email καθημερινά. Αν δεν λέγαμε «καληνύχτα» δεν πηγαίναμε για ύπνο. Είχαμε μεταξύ μας μεγάλη κατανόηση και, όπως έλεγε η Καίτη: «Εμείς καταλαβαινόμαστε!».Το μόνο που την ενοχλούσε σ’ εμένα, ήταν ότι της μιλούσα πάντα στον πληθυντικό. Πίστευε ότι αυτό δημιουργούσε απόσταση μεταξύ μας, ενώ εκείνη με θεωρούσε πολύ δικό της άνθρωπο. Όμως, ήταν μία συνήθεια που δεν μπόρεσα να αποβάλω ποτέ, γιατί, εκτός από αγάπη, αισθανόμουν γι’ αυτήν κι έναν απεριόριστο σεβασμό, ως άνθρωπο, ως προσωπικότητα!
Την επισκεπτόμουν συχνά στο σπίτι της στην Καλλιθέα, ανταλλάζαμε δώρα, μου μαγείρευε και έτρωγα τα εξαιρετικά φαγητά της, όπως: ντολμάδες αυγολέμονο με κιμά, μπριζόλες (μοσχαρίσιες με ειδική παραγγελία) λεμονάτες στο φούρνο με πατάτες, παστίτσιο, τυροπιτάκια, παστουρμαδοπιτάκια, ταχινέια κ.ά. ή παράγγελνε απ’έξω και τρώγαμε. Τα γλυκά από το «ΦΛΕΪΒΟΡ» ήταν απαραίτητο επιδόρπιο, ενώ δεν έλειπαν τη πτι-φουρ, τα κουλουράκια βουτύρου και, το καλοκαίρι μία χορταστική δόση παγωτού με μπόλικη σαντιγί. Από τα διάφορα κατά καιρούς αναψυκτικά, ποτέ δεν έλειπε ο χυμός μάνγκο από την Αίγυπτο. Μερικές φορές βλέπαμε κάποια ταινία της σε βιντεοκασέτα, ή κοιτούσαμε βίντεο αφιερωμένα γι’ αυτήν στο YouTube και τα σχολιάζαμε (μερικά την ενοχλούσαν πολύ γιατί έλεγαν πολλές ανακρίβειες και κακοήθειες). Βγάζαμε συχνά και αναμνηστικές φωτογραφίες.
Την επέτειο της γνωριμίας μας ήθελε να την γιορτάζουμε με μια τούρτα που αγόραζε η ίδια σε σχέδιο δικής της επιλογής, και ανυπομονούσε σαν παιδί για να την κόψουμε. Με τη σειρά μου, της μαγείρευα σοκολατόπιτες και πάστα φλώρα, που ήξερα (ιδίως για τη δεύτερη) ότι τρελαινόταν! Πάντα με περίμενε γελαστή, περιποιημένη, καλοντυμένη, φρεσκοχτενισμένη στο κομμωτήριο, φορώντας κάποιες σπάνιες φορές κι ένα παλιό της κόσμημα. Φρόντιζε πάντα να κάθεται στην πολυθρόνα της στητή, με πίσω τους ώμους, ψηλά τον λαιμό και αυτό της πρόσθετε μια αρκετά νεανική εμφάνιση, στην ήδη υπάρχουσα, καθώς το ροδομάγουλο πρόσωπό της (χωρίς προσθήκη ρουζ) έλαμπε! Στα γενέθλιά μου με έπαιρνε πάντα πρώτη τηλέφωνο, και μου τραγουδούσε γελαστά το «Sana helwa ya gamil» (μια φορά μου το είπε παίζοντας και ζίλια), και την τελευταία φορά που μου ευχήθηκε, στις 30 Μαρτίου 2025 μου είπε το τραγουδάκι ελληνικά, αγγλικά και αραβικά, δίνοντας ολόκληρο ρεσιτάλ από τη χαρά της!
Όλη την εποχή της φιλίας μας, δεν έπαψα να αναζητώ το όνομά της στο αραβικό διαδίκτυο, και όπου έβλεπα αναρτήσεις με αρνητικά και υβριστικά σχόλια για αυτήν, απαντούσα απευθείας στα αραβικά (με την βοήθεια του google translate) και έβαζα τον κάθε έναν στη θέση του. Έκανα ό,τι μπόρεσα για να αποκαταστήσω τη φήμη αυτής της σπουδαίας ύπαρξης! Γιατί, δεν ήταν σπουδαία μόνο ως καλλιτέχνις η Καίτη, αλλά και ως άνθρωπος. Τέτοιο σεμνό και προσγειωμένο καλλιτέχνη δεν έχω ξαναγνωρίσει. Με εμπιστεύτηκε πολύ η Καίτη (και την ευγνωμονώ και προσεύχομαι για την ανάπαυση της ψυχής της), και μου αφηγήθηκε (ξεκινώντας ήδη από το πρώτο μας τηλεφώνημα) σχεδόν κάθε λεπτομέρεια της ζωής της. Μου ανοίχτηκε πολύ, μιλώντας μου με λεπτομέρειες για όλα όσα έζησε στην προσωπική και την καλλιτεχνική της ζωή (κι εγώ κρατούσα εκατοντάδες σελίδες σημειώσεων), κάτι που ποτέ δεν είχε κάνει μέχρι τότε. Απέφευγε να μιλάει για τον εαυτό της γιατί δεν ήθελε να «δείχνεται» όπως συνηθίζουν οι περισσότεροι καλλιτέχνες. Φοβόταν μην την πουν «ψώνιο» και δεν έδινε ούτε συνεντεύξεις που της ζητούσαν από την «Παναιγυπτία», ούτε καν έστειλε μια φωτογραφία της για το βιβλίο που έκανε ο γνωστός ερευνητής της ιστορίας των Αιγυπτιωτών Νίκος Νικηταρίδης, για τους Αιγυπτιώτες στον Κινηματογράφο.
Παρ’ όλα αυτά, κάποια στιγμή την έπεισα να ξεκινήσει και η ίδια να γράφει κάτι για εκείνην, έστω και σαν βιογραφικό μυθιστόρημα, γιατί είχε ταλέντο στο γράψιμο, όπως κατάλαβα από τα mail που ανταλλάσσαμε. Της άρεσε η ιδέα, και τελικά ξεκίνησε να γράφει τις σκέψεις της στις σελίδες ενός επιτραπέζιου ημερολογίου που της είχα κάνει δώρο. Επηρεασμένη από τον κινηματογράφο, το ξεκίνησε σαν flash back, από τον θάνατο της αδελφής της τής Σοφίας. Δυστυχώς, δεν το τελείωσε ποτέ. Πάντως, πίστευε ότι η ζωή της είχε πάρα πολλά κοινά στοιχεία με τη βιογραφία της περίφημης Ινδής ηθοποιού Μαντουμπάλα (Madhoubala). Μια φορά, για να με ευχαριστήσει, έκανε «ανασκαφές» (όπως χαρακτηριστικά είπε) και μου έδειξε και όσες (ελάχιστες) φωτογραφίες διασώθηκαν από την τεράστια καριέρα της, γιατί, δυστυχώς, όλο της το αρχείο καταστράφηκε όταν πλημμύρισε το πατάρι της από το θερμοσίφωνο. Μάλιστα, όλα εκείνα τα ντοκουμέντα της καλλιτεχνικής ζωής της (αλλά και κάποιες φωτογραφίες των παιδικών της χρόνων) με βοήθησε, ισιώνοντας τα παλιά χαρτιά, να τα φωτογραφίσω. Έπειτα, όλο αυτό το πολύτιμο υλικό το τοποθέτησα σ' ένα ντοσιέ για να είναι ασφαλές, και της είπα να το φυλάξει.
Από τις αρχές Νοεμβρίου 2025 η Καίτη άρχισε να μην αισθάνεται καλά. Στις 10 Δεκεμβρίου μιλώντας μου στο τηλέφωνο, μου είπε απογοητευμένη: «Κυρία Καίτη halas», δηλαδή: «Η κ.Καίτη τελείωσε!». Και το εννοούσε. Το Σαββάτο 7 Φεβρουαρίου 2026, μίλησα μαζί της για τελευταία φορά. Ήταν αδιάθετη και της έκανε συντροφιά ο ανιψιός της ο Λευτέρης. Του είπε και με πήρε τηλέφωνο από το κινητό της. Ήθελε να μου μιλήσει… Ένιωθε αδύναμη. Κάτι προαισθανόταν. Έκλεισε τη σύντομη κουβέντα μας με αυτά τα λόγια: «Φχαριστώ Μανώλη!... Ήθελα να στα πω… Γιατί, είδες, στα λέω όλα!... Δε μπορώ να σ’ αφήσω έτσι… Σε αγαπώ!... Δε θα μπορέσω να σε ξαναπάρω… Γεια σου καλέ μου φίλε!... Γεια σου!...»
Από την ημέρα που την αποχαιρετήσαμε στο Κοιμητήριο της Καλλιθέας, αισθάνθηκα την ανάγκη να βγάλω από μέσα μου, και μέσα από τις εκατοντάδες των σημειώσεων, όσα σημαντικά κομμάτια συνέθεταν τη ζωή της Καίτης. Όσο ζούσε, όχι μόνο ήθελε να θυμάμαι όσα μου έλεγε, αλλά, κατά καιρούς με έλεγχε, να δει αν τα θυμάμαι. Και την ικανοποιούσε πολύ όταν το διαπίστωνε, ή με διόρθωνε, αν κάτι θυμόμουν λάθος. Αυτές λοιπόν τις σκόρπιες, αλλά τόσες πολλές αναμνήσεις, τις συνέδεσα και τις έβαλα σε μια χρονική σειρά. Αυτά που καταγράφω και καταθέτω εδώ, δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά μόνο μια μικρή περίληψη των όσων άκουσα από αυτήν και έκλεισα στη μνήμη μου…. Είναι μια ανάμνηση που δεν πρέπει να περάσει στη λήθη... Αντίο αγαπημένη μου ΚΥΡΙΑ ΚΑΙΤΗ! Είσαι στην καρδιά μου! Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ! ’ant fi qalbi! Ian ‘ansak abdaan! أنت في قلبي. لن أنساك أبداً.
(Μανώλης Τασούλας 30 Μαρτίου 2026)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αναμνηστικές φωτογραφίες από δύο ταξίδια στην Αίγυπτο, το 1987 και το 1988

Ευγενία Ζωγράφου (1938-2023)

Και έζησαν αυτοί καλά…